"Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου"
Βίτγκενσταιν
Όταν ήρθα να ζήσω στην Κύπρο σχεδον δέκα χρόνια πριν, οι κατηγορίες ελλαδιτών που βρίσκονταν εδώ ήταν πολύ συγκεκριμένες:
α) φαντάροι της ΕΛΔΥΚ και επαγγελματίες στρατιωτικοίβ) μερικές δεκάδες φοιτητές
γ) παντρεμένοι στην Κύπρο
δ)τυχοδιώκτες
Όπως είναι φυσικό, το όνομα που έχτισαν οι "εξ'Ελλάδος"* εδώ ήταν το χειρότερο (ειδικότης μας). Οι φαντάροι τα έφτιαχναν με Κύπριες τάζοντάς τους τον ουρανό με τα άστρα, ο οποίος σκοτείνιαζε απότομα όταν ερχόταν η επόμενη μετάθεση. Ο γαμπρός ήταν συχνά ανεπρόκοπος και ξεκοκκάλιζε την προίκα. Ο φοιτητής τα έπινε σε κάποιο μπαρ και έτρεχε πριν έρθει ο λογαριασμός και ο τυχοδιώκτης εξασφάλιζε λεφτά με χίλιους δυο απίστευτους τρόπους και κομπίνες. Οκ, χρησιμοποιώ τα στερεότυπα με το κιλό για να γίνεται ο σχετικός χαβαλές.
Τον τελευταίο καιρό, έχει γεννηθεί και μία νέα κατηγορία ελλαδίτη στην Κύπρο, ο οικονομικός μετανάστης. Όλοι αυτοί πάντως, ανεξάρτητα από τα κίνητρά τους, με το που πατούν το πόδι τους στη μεγαλόνησο, έρχονται σε επαφή με μία διάλεκτο που πολύ πιθανό είναι να μην έχουν ξανακούσει ποτέ. Στην αρχή, οι περισσότεροι την βρίσκουν ακατανόητη αλλά μετά από λίγες μέρες τριβής εξοικειώνονται με τους βασικούς τύπους και αρχίζουν να συνεννοούνται. Με λίγη προσπάθεια και από τις δύο πλευρές, η νεοελληνική κοινή και η κυπριακή διάλεκτος είναι αμοιβαία κατανοητές.
Ωστόσο, κάποιες λέξεις ή εκφράσεις συχνά δημιουργούν παρεξηγήσεις που αγγίζουν τα όρια του αστείου. Είπα λοιπόν σήμερα να ασχοληθώ με ορισμένες από αυτές:
τούμπαρα με το αυτοκίνητο: Είναι δέκα η ώρα το πρωί σε κάποιο γραφείο στη Λευκωσία. Η Κωνσταντίνα έχει αργήσει στη δουλειά και μπαίνει μέσα φουριόζα: "Κωνσταντίνα έπαθες κάτι;" την ρωτάει ο ανήσυχος ελλαδίτης συνάδελφός της. "Ετούμπαρα με το αυτοκίνητο" απαντάει η Κωνσταντίνα. "Τούμπαρες; και ήρθες αμέσως;".
Τι δεν κατάλαβε ο δύσμοιρος ελλαδίτης; Ότι το τούμπαρα στην κυπριακή δε σημαίνει "ανέτρεψα το όχημα" όπως στην κοινή, αλλά απλώς "τράκαρα". Που μπορεί να σημαίνει ότι έξυσα το αμάξι του γείτονα βγαίνοντας από το πάρκιγκ.
ατύχημα/δυστύχημα: Και το δεύτερό μου παράδειγμα προέρχεται από την ορολογία της οδικής κυκλοφορίας. Στην Ελλάδα για να οριστεί το αποτέλεσμα μίας σύγκρουσης, λέμε ατύχημα όταν υπάρχουν μόνο υλικές ζημιές, και δυστύχημα όταν υπάρχουν θύματα.
Στον δημοσιογραφικό και τον καθημερινό λόγο όμως της Κύπρου πολύ συχνά ακούει κανείς για "δυστύχημα με υλικές ζημιές" και "ατύχημα με τρεις νεκρούς".
μπετζίνα/κλατς/στόππερ: είναι οι αντίστοιχοι όροι για το γκάζι/συμπλέκτης/φρένο. Όλοι οι όροι είναι διαφορετικοί, και όπως είναι φυσικό περισσότερο επηρεασμένοι από τα αγγλικά. Φανταστείτε όμως τον νεαρό ελλαδίτη που κάνει μάθημα οδήγησης και πρέπει να μεταφράζει ακαριαία κάθε όρο. Άουτς!
βίλλα: Εντάξει, χιλιοπαιγμένο αλλά υπαρκτό.
"Ωραίες βίλλες έχετε στην Κύπρο"
"Τι βιλλάρα είναι αυτή" και λοιπές εκφράσεις ενθουσιασμού μπορούν να περιοριστούν, γιατί στην Κύπρο βίλλα σημαίνει πέος και είναι φυσικό να προκαλέσει χάχανα.
Για τα μεγάλα σπίτια συνηθίζεται η λέξη έπαυλη.
μάππα: Όταν λέμε μάπα στην νεοελληνική κοινή, κάνουμε μία αρνητική κρίση (μάπα το καρπούζι, μάπα η ταινία κλπ). Όταν όμως η λέξη μάππα (σκόπιμα τη γράφω με δύο π γιατί εκτός από ετυμολογικά σωστότερο,προφέρεται και με διπλό π στα κυπριακά), εισάγεται στα συμφραζόμενα της διαλέκτου, σημαίνει τη μπάλα, το ποδόσφαιρο.
Διαφωτιστικό του γιατί συμβαίνει αυτό είναι το λήμμα του λεξικού Πάπυρος (Μέγα Λεξικό της ελληνικής Γλώσσας):
μάπα
και μάππα, η (AM μάππα)· (νεοελλ.) 1. άλλη ονομασία για το κοινό λάχανο, αλλ. κραμπολάχανο· 2. (ναυτ.) η πόρπη· 3. δερμάτινη σφαίρα γεμάτη μαλλιά ή άλλη ελαστική ύλη· 4. πρόσωπο, φάτσα, μούρη· 5. (γεωγραφικός χάρτης που επιπεδογραφεί τα δύο ημισφαίρια ή και μικρότερες εκτάσεις τής υδρογείου· || (μσν.) 1. σφαίρα, μπάλα· 2. αγώνας ιπποδρομίας ή η θέα ίππων που συναγωνίζονται τρέχοντας· || (μσν.-αρχ.) τεμάχιο λευκού υφάσματος το οποίο ανύψωνε ειδικός υπάλληλος στον ιππόδρομο ως σημείο έναρξης τού αγώνα· || (αρχ.) πετσέτα για το σκούπισμα τών χεριών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. mappa «πετσέτα, σημαία»]
Εύκολα λοιπόν μπορεί να καταλάβει κανείς ότι η κυπριακή λέξη για τη μπάλα, προέρχεται από τα υλικά με τα οποία ήταν φτιαγμένη παλαιότερα η "στρογγυλή θεά".
Στα κυπριακά πίσσα σημαίνει μαστίχα, τσίκλα.
καλό: -Μπορείς να με βοηθήσεις λίγο;
-Καλόο! απαντάει ο κύπριος συνομιλητής.
Στην περίπτωση αυτή το "καλό" σημαίνει "βέβαια"
βαρετός: Πραγματικό περιστατικό: ο Αντρέας μετακομίζει και επειδή έχει πολλά βιβλία και απευθύνεται σε μεταφορική εταιρία. Ο υπάλληλος που αναλαμβάνει τη μεταφορά αγκομαχάει κατεβάζοντας τον τεράστιο χάρτινο όγκο και λέει "Πολλά βαρετά τούτα τα βιβλία". "Τι να πω και εγώ που με βάλανε να τα διαβάσω κιόλας" απαντάει ο Ανδρέας.
Έλα όμως που στα κυπριακά το βαρετός σημαίνει βαρύς.
αγγλισμοί: Τα παραδείγματα γλωσσικών παρεξηγήσεων με αφορμή τους αγγλικούς όρους στην κυπριακή είναι, θαρρώ, ανεξάντλητα.
Ένα πρόχειρο παράδειγμα:
Γύρισα μία μέρα τη μισή Λευκωσία ψάχνοντας μία μπαλαντέζα. Μπήκα σε μαγαζιά με φωτιστικά, σε αποθήκες ηλεκτρολογικού υλικού, μέχρι και σε μίνι μάρκετ για να ρωτήσω κάτι που φαινομενικά μου φαινόταν πολύ εύκολο να βρεθεί.
Το ύφος των πωλητών όταν τους ζητούσα τη μπαλαντέζα εξέφραζε την απόλυτη άγνοια. "Δε γίνεται, πρέπει να με δουλεύουν" σκέφτηκα μπαίνοντας στο τέταρτο μαγαζί που βρηκα μπροστά μου, για να δω την ίδια έκφραση να ζωγραφίζεται στα μάτια του υπεύθυνου. Ώσπου μου έκανε τη μαγική πρόταση: "Εξήγα το". Τότε μόνο κατάλαβα ότι μπορεί να υπάρχει πρόβλημα γλωσσικού κώδικα. Μόλις εξήγησα περιφραστικά για τι πράγμα μιλάω, μου είπε αμέσως: "Αααα! Εν εκστένσιον (extention) που θέλεις!"
Ναι, που να πάρει, ήταν εκστένσιον αυτό που ήθελα και δεν συνωμοτούσε ο μισός εμπορικός κόσμος πίσω από την πλάτη μου.
Και μην ακούσω διάφορα υποτιμητικά σχολιάκια για την μανία των κυπρίων με τα αγγλικά, γιατί και στην κοινή χρησιμοποιείται ακριβώς η ίδια λέξη, στην κομμωτική. Μόνο που η σχέση της Κύπρου με τις αγγλικές ορολογίες είναι αρκετά παλαιότερη λόγω αγγλοκρατίας, πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης που έφερε μπόλικους εγγλέζικους (που θα 'λεγε κι ο παππούς μου) όρους και στα δικά μας χωράφια.
Αντίστοιχα με το extension, υπάρχουν πάμπολλες λέξεις αγγλικής προέλευσης που έχουν ενσωματωθεί στη διάλεκτο. Ορισμένες από αυτές:
roundabout ράουνταπάουτ = κυκλικός κόμβος
blinds πλάιντς = οικιακά ρολά
chair τσαέρα = καρέκλα
mobile μόπαιλ = κινητό τηλέφωνο
copy κόπι = φωτοτυπία
traffic τράφικ = κίνηση
angry αγκρίζομαι= θυμώνω
και φαντάζομαι ότι θα υπάρχουν πολλές ακόμη
--------------
*Γενικά, ο προσδιορισμός των υπηκόων της Ελλάδας στην Κύπρο έχει ιδιαιτερότητες. Η χρησιμοποίηση της λέξης "Έλληνας" σε διάκριση με το "Κύπριος" δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, από τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος των Κυπρίων εντάσσει τον εαυτό του στον νέο ελληνισμό. Επομένως, κυριαρχούν οι λέξεις-φράσεις: "ελλαδίτης", "εξ'ελλάδος", "καλαμαράς" (λέξη της καθομιλουμένης προερχόμενη από την παλαιότερη ιδιότητα των ελλαδιτών ως γραφιάδων). Το καλαμαράς μπορεί να έχει θετική είτε αρνητική χροιά, ανάλογα με τον τρόπο που εκφράζεται. Η αρνητική εκφορά συνήθως συνοδεύεται με το πρόθεμα "πουστο-".
Ο χαρακτηρισμός των υπηκόων της Ελλάδας από τους ομογενείς εκτός του κράτους δεν είναι κάτι καινούριο: μπορώ να θυμηθώ την λέξη "κατωμερίτες" που συναντάμε στον πρόλογο της ποντιακής γραμματικής του Ι.Τοπχαρα χωρίς να ξέρω εάν βρισκόταν σε ευρεία χρήση.
η λεξη καλαμαρας, αν και προερχεται απο την ιδιοτητα των γραφιαδων που παταπεμπει σε μορφωση, τα τελευταια χρονια εχει κυριως αρνητικη χροια με η χωρις το πουστο-.
ΑπάντησηΔιαγραφήΊντα που μας λαλείς τόση ώρα;
ΑπάντησηΔιαγραφήΓια το τσαέρα νόμιζα και εγώ ότι ήταν από τα αγγλικά, αλλά τελικά είναι παλαιότερο δάνειο από τα μεσαιωνικά γαλλικά (!), από τον καιρό των Λουζινιανών!
Από Wikipedia
Εξαιτίας των διαφόρων γλωσσικών στρωμάτων που ανά τους αιώνες συνδέθηκαν με το νησί τής Κύπρου, μπορούμε σήμερα να εντοπίσουμε τις ακόλουθες χαρακτηριστικές λεξιλογικές ομάδες, πέρα από το λεξιλόγιο που είναι κοινό κτήμα με τις υπόλοιπες διαλέκτους και με την Κοινή:
1.Αρχαϊσμοί: Αξιοσημείωτος είναι ο λεξιλογικός πλούτος που διασώζει στοιχεία από την αρχαία και ελληνιστική εποχή τής Ελληνικής. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: άφτω «ανάβω» (< άπτω), φτείρα «ψείρα» (< αρχ. φθείρ, -ρός), šοίρος (< χοίρος), ποζέγνω (< αρχ. ἀποζεύγνυμι), δρόπης (< ελνστ. ὑδρόφις, -εως), καμμώ «κλείνω τα μάτια» (< αρχ. καμμύω), κίλλης «μικρόσωμος γάιδαρος» (λ. τής αρχ. Κυπριακής), ροθέσιν (< αρχ. ὁροθέσιον), ορτσούμαι «χορεύω» (< αρχ. ὀρχοῦμαι), ξαργκώ «μένω αδρανής» (< αρχ. ἐξαργῶ).
2.Ιδιωματισμοί: Σε αυτούς περιλαμβάνονται λέξεις και φράσεις γνωστές στον ελληνόφωνο κορμό, οι
οποίες όμως έχουν αποκτήσει εντελώς διακριτή σημασία και χρήση. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: γέν-νημαν ήλιου «ανατολή», χαρτωμένος «αρραβωνιασμένος» (από το χαρτί τού προικοσυμφώνου), θαρκούμαι «νομίζω» (< θαρρούμαι), στρούθος «σπουργίτης», κούκ-κουρον «παξιμάδι» (υποκορ. τού ουσ. κόκκος), μιτά μου «μαζί μου».
3.Παλαιά Γαλλικά δάνεια: Λέξεις τής παλαιάς Γαλλικής και των διαλέκτων της εισήλθαν μεταξύ τού 12ου και του 14ου αιώνα, καθιστώντας την Κυπριακή διάλεκτο μοναδική από αυτή την άποψη στον ελληνόφωνο κόσμο. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: τσαέρα «καρέκλα» (< προβηγκ. chaira), τσαΐνα «αλυσίδα» (< προβηγκ. chaina), βλαντζίν «συκώτι» (< παλ. γαλλ. flanc), κουμανταρία «γλυκό κρασί τής Κύπρου» (< παλ. γαλλ. vin de commanderie «κρασί τού τάγματος Commanderie των Ιωαννιτών ιπποτών»), κουμουδκιάζω «ετοιμάζω ταφή νεκρού» (< προβηγκ. accoumoudar), κουφουρκιάζω «παρηγορώ» (< προβηγκ. coumfortar), μίζαρον «σάβανο» (< παλ. γαλλ. mise à mort).
4.Ιταλικά και Βενετικά δάνεια: Η περίοδος της Βενετοκρατίας άφησε αξιοσημείωτα ίχνη στη διάλεκτο. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: βαντζάρω «προχωρώ» (< avanzare), γάρπος «καμάρι» (< garbo), ζόπ-πος «αδέξιος» (< zoppo), κάστϊον «βάσανο» (< castigo), κουρτέλ-λα «μαχαίρι» (< coltella), πιν-νιάδα «πήλινη χύτρα» (< pignada).
5.Τουρκικά δάνεια: Οι τουρκικές λέξεις είναι πολυάριθμες και απαντούν προσαρμοσμένες στα μορφολογικά σχήματα της διαλέκτου. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: άσ̌κοσ-σου «μπράβο» (< aşk olsun), ζατ-τίν «έτσι κι αλλιώς» (< zatî), ζϊαφέτ-τιν «συμπόσιο» (< ziyafet), καΐσ̌ιν «παγίδα» (< kayış), κκουσ̌μάς «κουβέντα» (< konuşma), μέσελα «δηλαδή;» (< mesele).
6.Αγγλικά δάνεια: Οι αγγλικές λέξεις έχουν εισέλθει από την περίοδο της αγγλοκρατίας και διευρύνουν έκτοτε διαρκώς την παρουσία τους στο λεξιλόγιο της διαλέκτου, πράγμα που προωθείται από τη διαρκώς ενισχυόμενη επιρροή τού αγγλόφωνου κόσμου στη νήσο. Όσες έχουν προσαρμοστεί μορφολογικά υπέστησαν αξιοσημείωτη αλλοίωση. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ: φούρπ’ος «ποδόσφαιρο» (< football), σέντερ «αποστολέας (αλληλογραφίας)» (< sender), τšαρτšάρω «χρεώνω» (< charge), τρενάρω «εκπαιδεύω» (< train). Χαρακτηριστικός άγγλισμός είναι επίσης το ρ. απολογούμαι, που έχει αποκτήσει τη σημ. «ζητώ συγγνώμη» με επίδραση του ελληνογενούς αγγλ. apologise.
Aνώνυμε, συγγνώμη για το προσωπικό της ερώτησης, αλλά είσαι ελλαδίτης ή κύπριος; Το έχω απορία.
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ γλώσσα είναι ένα πράγμα αμφίδρομο, δηλαδή σίγουρα το πως λέγεται κάτι παίζει ρόλο, αλλά εξίσου μεγάλο ρόλο παίζει και το πως προσλαμβάνεται.
Η αλήθεια είναι ότι οι κύπριοι με τους οποίους συνομιλώ διστάζουν κάπως να το πουν μπροστά μου, αν και είμαι απόλυτα βέβαιος ότι το λένε μεταξύ τους. Όπως βέβαια το αντίστοιχο κάνουν οι "καλαμαράδες" που αποκαλούν τους Κύπριους "κουμπάρους". Τώρα αν εξετάσεις την προέλευση του "κουμπάρος" θα δεις ότι δεν είναι κακή, γιατί πρόκειται για την λέξη που ακούγεται στα κυπριακά κάθε δέκα λεπτά. Μπορεί όμως κάτω από ορισμένα συμφραζόμενα να γίνει αρνητική η χροιά της.
lascapigliata, ναι ρε γαμώτο αυτό πρέπει να το έχω ξανακούσει για την προέλευση της τσαέρας, αλλά πάλι γράφοντας από μνήμης το έβαλα στα αγγλικά γιατί έχει προφανείς ηχητικές ομοιότητες. Μπορεί να ισχύει και για άλλες λέξεις αυτό, ομολογώ ότι δεν έκανα σοβαρή έρευνα.
το τšαρτšάρω είναι όντως τρελό! (btw για πες μου πως γράφεις το παχύ σ γιατί μου χρειάζεται και για άλλες διαλέκτους!) Νομίζω ότι έχω ακούσει και το κα(ν)σελάρω;
Κυπριος ειμαι. Πολλοι ελλαδιτες γνωριζοντας την θετικη ετυμολογια της λεξης καλαμαρας παραξενευονται που η λεξη μπορει να εχει αρνητικη χροια.Ο κοσμος δινει στις λεξεις θετικους η αρνητικους συσχετισμους. Στα αγγλικα η λεξη gay σημαινε για αιωνες χαρουμενος, ανεμελος.Σε καποιο χρονικο σημειο οι ομοφυλοφιλοι αρχισαν να την χρησιμοποιουν για να αυτοχαρακτηριστουν και φυσικα οι προηγουμενες εννοιες της λεξης επαψαν να υφιστανται.Η λεξη νεγρος απ το ισπανικο negro=μαυρο εχει αρνητικοτατη χρεια αλλα αν το σκεφτεις απο μονη της η λεξη δεν ειναι προσβλητικη.περιγραφει το χρωμα του δερματος. φυσικα καποιοι ερευνητες υποστηριζουν οτι ειχε επικρατησει η λεξη negro,μια λεξη που δεν ανηκει στην αγγλικη γλωσσα, ακριβως γιατι οι μαυροι δεν ηταν αξιοι να χαρακτηριζονται απο λεξεις της αγγλικης οπως τους λευκους κατοικους της χωρας. Επισης στην μαυρη αγορα και στο μαυρο προβατο, το μαυρο δηλωνει κατι το αρνητικο και το επικινδυνο μιας και ειναι οροι που δημιουργηθηκαν απο λευκους του δυτικου κοσμου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΣυγγνώμη μα η μπαλαντέζα εν το εξτένσιον ?????
ΑπάντησηΔιαγραφήΣυγκλονισμένη :)))
έλα ρε, πρέπει να παραδεχτείς έσιει το χάζιν του το όλο μπέρδεμα.
Ερυκίνη
Δεν είμαι και γλωσσολόγος, αυτοί έχουν δικά τους κόλπα, να καταγράφουν τις προφορές ;)
ΑπάντησηΔιαγραφήΑπλά αντιγραφή από τη Wikipedia έκανα. Τώρα επειδή ρώταγα και τον πατέρα μου τις περισσότερες λέξεις από αυτές δεν τις ήξερε..κάθε τόπος της Κύπρου μπορεί να έχει άλλους ιδιωματισμούς, επίσης οι σημερινοί Κύπριοι δεν μιλάνε πια τόσο βαριά τα κυπριακά.
Ενδεικτικό είναι ότι όταν έγινε η Αίγα η Φούξια, τηλεοπτική επιτυχία, αρχίσαν όλοι μιτσοί μεγάλοι, να μιλούν βαριές λέξεις από μόδα ;)
μια λέξη που έλεγε πολύ ο παππούς μου: κουρτέλλα. αν το βρεις τι είναι :-)))
ΑπάντησηΔιαγραφήOυφ!
ΑπάντησηΔιαγραφήΘυμάμαι την απίστευτη, cult as fuck πλέον σειρά "Τα ψάρκα", όπου αποκαλούσαν νομίζω τον Μ. Μουστάκα "Ρε κουρτέλλα"!
Επειδή ποτέ δε ρώτησα τι σημαίνει, "έκλεψα" και ανέτρεξα στο ίντερνετ για να σου απαντήσω, και ανακάλυψα το... wikipriaka!
http://wikipriaka.com/cy/word/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B1
Απίστευτο project, ελπίζω να εμπλουτιστεί!
Ούτε η μπαλαντέζα είναι ελληνική λέξη αφού είναι προσαρμογή στην καθομιλουμένη του γαλλικού aladeus. Αν όμως ζητήσεις "προέκταση", δεν θα πάρεις αυτό που θέλεις, ούτε στην Κύπρο, ούτε στην κυρίως Ελλάδα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΔεν νομίζω να γράφει πουθενά στο κείμενο ότι η μπαλαντέζα είναι ελληνική λέξη!
ΑπάντησηΔιαγραφήΠωπω απουσιαζω απο Κυπρο 3 χρονια και ομολογω συγκινηθηκα..
ΑπάντησηΔιαγραφήΞεχασες τα 'καμνε το confirm' και 'καμνε το cancel'!
Πολυ καλο..
Οσο με εκνευριζαν ολα αυτα οταν ημουν εκει τοσο μου λειπουν τωρα!!
εισερχόμενος στην σχολή είπα μια μέρα στον διπλανό μου κύπριο γνωστό:
ΑπάντησηΔιαγραφή"Παίζει και να'χει γαμησέτα υσηχία, εδώ μέσα ρε ψηλέ!"
ο καημένος αποκρίθηκε: "΄νταμπου παίζει;"
είχα βρει επιτέλους δικαιοσύνη...
πολύ τους ζόριζα από τότες τους καψερούς.
μπιλάκος.
Η λέξη που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι το ''κουτσακοτήρι''!!! Να σαι καλά ρε Χρήστο που μας θύμησες αυτήν την ασυνεννοησία! Αλλά πόσο ωραία ήταν.. Μυρτώ.
ΑπάντησηΔιαγραφήchristo, to 'paxy s' opws to onomazeis grafetai ws ∫ sti fwnitiki. tha diafwnisw me ti wikipedia etsi opws auti anaferetai apo tin lascapigliata se oti afora ta tourkika daneia. den proferontai etsi oi lexeis stin "kypriaki elliniki" (allou anaferetai ws kypriaki dialektos alla pleon den epikratei autos o oros) kai kapoies apo autes exw tin aisthisi xwris na to exw meletisei endelexws oti den proerxontai apo tis tourkikes lexeis etsi opws autes anaferontai (i lexi /zat:ʰin/ logou xarin) i to mesela to opoio den xrisimopoieitai pleon kai to opoio proerxetai apo ta aravika. twra se oti afora ti xrisi tis lexis kalamaras, nai alitheia einai oti xrisimopoeitai me arnitiki ennoia, pithanotata gia tous logous pou anafereis anwterw enw to pu∫tokalamaras xrisimopoieiati kata koron.
ΑπάντησηΔιαγραφήAndia.
Τι έγινε μαζευτήκαμε όλοι οι παλιοί συμφοιτητές και υπογράφουμε με τελεία;
ΑπάντησηΔιαγραφήΜπιλ φαντάζομαι να μην ήταν και ψηλός ο άνθρωπος, άντε να καταλάβει ότι είσαι από Δυτικές Συνοικίες!
Ναι ρε Μυρτώ, ναι!
Άντια, αν και η σχέση μου με τη γλωσσολογία δεν υπήρξε και πολύ ερωτική, τη θυμάμαι τη φωνητική γραφή. Αυτό που έψαχνα είναι το σ με το καπελάκι, για να απεικονίσω το παχύ σ στην ιστορική ορθογραφία των διαλέκτων. Μακάρι να υπήρχε ένα μαγικό κουμπάκι κάπου στο πληκτρολόγιο που να το πατάς μαζί με το σ και να του προσθέτει δύο τρία κιλά αντί να κάνεις συνέχεια αντιγραφή και επικόλληση!
Χρήστος.