-->

11.11.18

Τουρκικές (και τουρκογενείς) φράσεις στην νεοελληνική γλώσσα

Stedelijk Museum of contemporary
art and design, Amsterdam
Θεώρησα ότι για τις ανάγκες αυτού του κειμένου θα έπρεπε να θυσιάσω ένα μέρος της επιστημονικής συνέπειας προς όφελος ενός ευρύτερου νοήματος, αλλά από τη στιγμή που εδώ δεν υπάρχει ακαδημαϊκή στόχευση δεν με απασχολεί στο παραμικρό.
Παρ'όλο που υπάρχουν πολλές λίστες και γλωσσάρια με κοινές ελληνικές και τουρκικές λέξεις, όπως και παροιμίες που έχουν μεταφραστεί από τη μία γλώσσα στην άλλη, δεν εντόπισα μέχρι στιγμής μία λίστα με εκφράσεις οι οποίες έχουν λέξεις δανεισμένες από το τουρκικό λεξιλόγιο ως πυρήνα και να χρησιμοποιούνται στη νέα ελληνική.
Φράσεις δηλαδή που είτε είναι αμιγώς τουρκικές και πέρασαν αμετάφραστες, όπως το "αναντάν μπαμπαντάν", είτε φράσεις με τουρκικές λέξεις που συμπληρώθηκαν με άρθρα και ρήματα της ελληνικής. Αυτό γιατί θεωρώ ότι σε μία λίστα φράσεων με τη συγκεκριμένη στόχευση, δεν μπορούν να λείπουν εκφράσεις όπως το "παίρνω το κολάι", που έχουν ξεκάθαρη επιρροή από την τουρκική γλώσσα, γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία κατά τη γνώμη μου να δούμε το πώς δύο γλώσσες που συναντιούνται αλληλοεπηρεάζονται. Αντίστοιχη επιρροή υπάρχει και στην τουρκική γλώσσα τουλάχιστον σε επίπεδο λεξιλογίου (anahtar από το ανοιχτήρι, ızgara από το σχάρα κ.α.) αλλά αυτό είναι μέρος μίας άλλης συζήτησης.
Αξίζει να σημειωθεί το ότι η τουρκική ετυμολογία δε σημαίνει πως αυτές οι φράσεις είναι δανεισμένες σώνει και καλά από την τουρκική καθομιλουμένη. Ορισμένες (όπως π.χ. το ντιπ για ντιπ) είναι απολύτως ελληνικής έμπνευσης και δεν απαντώνται στην Τουρκία, παρά το ότι αποτελούνται από λεξιλόγιο που δεν έχει ελληνική ετυμολογία, ενώ άλλες (όπως το ουζούν αντάμ, αχμάκ ολούρ) είναι παλαιές οθωμανικές εκφράσεις που χάθηκαν στα τουρκικά, αλλά επιβίωσαν στα ελληνικά.
Επίσης, είναι λογικό πολλές από αυτές τις παροιμίες να μην χρησιμοποιούνται από όλους τους ομιλητές και κάποιες να ξενίζουν, καθώς λέγονται σε περιοχές όπου δεσπόζει το προσφυγικό στοιχείο ή αποτελούν μέρος μίας αργκό με την οποία δεν μπορεί να είναι όλοι εξοικειωμένοι.
Συμπεριλαμβάνονται ιστορικά μικροτοπωνύμια (όπως πλατείες και αγορές) που αποτελούνται από τουρκικές φράσεις, καθώς και φαγητά.
Στην αρχική σκέψη ήταν να συμπεριληφθούν και ονόματα πόλεων και χωριών που πλέον έχουν μετονομαστεί (όπως Κιουπ-κιόι, Νταούτ-Μπαλί, Χαρμάν-κιόι κλπ.) όμως η διαδικασία μετονομασιών χωριών και πόλεων κατά τη διαδικασία του 20ου αιώνα ήταν τόσο εκτεταμένη, που για να γίνει αυτό χρειάζεται ειδική μελέτη.1

τσακίρ κέφι:  Εκ του τουρκικού çakırkeyif. Η ακριβώς αντίστοιχη ελληνική έκφραση είναι "τελώ εν ευθυμία", δηλαδή είμαι ανεβασμένος επειδή έχω πιει. Στα ελληνικά βέβαια υπάρχει μία ελαφρά διαφορά, όταν λέμε στο τσακίρ κέφι εννοούμε περισσότερο "στο αποκορύφωμα του γλεντιού", συνδέεται μεν συνήθως με το ποτό αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό.

ουζούν αντάμ, αχμάκ ολούρ: μτφρ. ψηλός άνδρας, χαζός θα είναι. Οθωμανική παροιμία που συνδυάζει την ευστροφία με το χαμηλό ανάστημα, ενώ υποθέτει ότι ένας ψηλός άνδρας μάλλον θα είναι ανόητος. Το ενδιαφέρον είναι ότι παρόλο που σε ορισμένες περιοχές στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ακόμη, έχει ξεχαστεί στην σημερινή Τουρκία.

τεμπέλ χανέ: Πρόκειται για μία απίστευτη κοινωνική παροχή του σουλτάνου Μαχμούτ του Β' (1808 -1839),  ο οποίος προσπάθησε με μία σειρά μεταρρυθμίσεων να αλλάξει την όψη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ίδρυσε υπουργεία κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, κατάργησε το σώμα των γενιτσάρων, έφτιαξε κοσμικά σχολεία και εκκλησιαστικές σχολές. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα αυτές οι αλλαγές δεν απέτρεψαν την οριστική παρακμή και εν τέλει την κατάρρευση του "μεγάλου ασθενούς". Εδώ μνημονεύουμε τον Μαχμούτ Β' για την ίδρυση των tembel hane ή miskin hane, δηλαδή χώρων που ήταν αφιερωμένοι στους φτωχούς, τους ταλαιπωρημένους και τους κάθε λογής γυρολόγους. Εκεί υπήρχε χώρος ανάπαυσης και δωρεάν φαγητό, στα πλαίσια ενός ιδιότυπου φιλανθρωπικού ιδρύματος. Κατ'άλλους, τα ιδρύματα αυτά δημιουργήθηκαν για τη φροντίδα των ασθενών της λέπρας, που θέριζε εκείνη την εποχή.
Κατηγορίες ότι το "δικό μας" Ιμαρέτ της Καβάλας είχε καταλήξει σε τεμπέλ χανέ διαβάζουμε και σε ιστορικές μελέτες σχετικά με την περιοχή.2
Σε κάθε περίπτωση, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι το δικαίωμα στην τεμπελιά, το οποίο στιγματίζεται από οποιαδήποτε διακυβέρνηση στην ιστορία του ανθρώπου, αναγνωρίστηκε έστω και πρόσκαιρα από κάποια αρχή.
Ακόμη και σήμερα κυκλοφορεί στον τουρκικό λαό μία ανέκδοτη ιστορία ότι σε κάποια φάση, είχε συγκεντρωθεί υπερβολικός αριθμός ανθρώπων στον τεμπέλ χανέ, και οι υπεύθυνοι προσπαθούσαν να σκαρφιστούν τρόπους για την αποσυμφόρησή του. Έτσι, έβαλαν μία φωτιά ακριβώς δίπλα από τον τόπο στον οποίο άραζαν οι κάθε λογής "τεμπέληδες" έτσι ώστε να διαπιστώσουν ποιοι ήταν οι πραγματικοί. Τη στιγμή λοιπόν που "έπαιρνε η γούνα τους φωτιά" και οι περισσότεροι έτρεχαν να σώσουν τον εαυτό τους, μία οικογένεια έδειχνε στους άλλους το δρόμο με ύφος "άντε, κουνηθείτε, δε βλέπετε ότι καιγόμαστε;", δίχως ωστόσο να κουνηθούν από τη θέση τους οι ίδιοι. Είχαν κερδίσει τη θέση τους εκεί δικαιωματικά.
Η φράση τεμπέλ χανέ, που θα τη μεταφράζαμε ως σπίτι των τεμπέληδων ή κοινότητα των τεμπέληδων, έχει επηρεάσει την νεοελληνική γλώσσα έντονα. Αποδίδεται συχνά με το πιο λόγιο "τεμπελχανείο". Ακόμη συχνότερ χρησιμοποιείται το επίθετο "τεμπελχανάς", με σκωπτικό ή μειωτικό τόνο.

Μπες μπουτσούκ: κυριολεκτικά σημαίνει "πέντε και μισή", αλλά μεταφορικά σημαίνει ότι τρέμω από τον φόβο μου.  Είναι αντίστοιχο του ελληνικότερου "με πάει τρεις και πέντε". Εδώ αρχίζει το μπέρδεμα, γιατί στα σύγχρονα τουρκικά η παροιμία είναι  üç buçuk atmak, δηλαδή τρεις και μισή. Υπάρχει όμως και η παραλλαγή "beş atmak", οπότε πιθανόν η ελληνική εκδοχή του ρητού να συνδύασε τις δύο εκδοχές.

αναντάν μπαμπαντάν (ή αναντάμ παπαντάμ): ευρύτατα διδαδεδομένο, χρησιμοποιείται αμετάφραστο ή ελαφρώς διαφοροποιημένο σε σχέση με την τουρκική έκφραση anadan babadan, που σημαίνει "από πατέρα κι από μητέρα". Όταν αποδίδουμε σε κάποιον ένα χαρακτηρισμό, προσθέτοντας το αναντάν μπαμπαντάν εννοούμε "πάππου προς πάππου (ή πάππον για τους λάτρεις της καθαρεύουσας)".

μπιρ παρά: Απευθείας από την τουρκική φράση bir para, επιβιώνει μέχρι σήμερα και χρησιμοποιείται πανελληνίως η αντίστοιχη "μπιρ παρά". Κυριολεκτικά σημαίνει με ένα νόμισμα, και τη λέμε όταν κάποιος αγοράζει κάτι σε εξευτελιστική τιμή.

μπιτ παζάρ: Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στα δυτικά της αρχαίας αγοράς, υπάρχει το συγκρότημα "μπιτ παζάρ", το οποίο σημαίνει κυριολεκτικά "αγορά της ψείρας" (τουρκ. bit pazar).
Το μέρος αυτό στέγαζε και στεγάζει μικροπωλητές και παλαιοπωλεία το πρωί, ενώ το βράδυ έχει εξελιχτεί σε δημοφιλή νεανικό προορισμό, όπου οι σύγχρονοι Θεσσαλονικείς απολαμβάνουν φτηνό κρασί και μεζέδες.
Η "αγορά της ψείρας" δεν περιορίζεται στην ελληνική και την τουρκική, αφού η αντίστοιχη αγγλική φράση είναι "flea market" και έχει ακριβώς την ίδια σημασία, μάλλον προερχόμενη από το γαλλικό "marché aux puces". Φαίνεται πως ο συγκεκριμένος όρος πηγάζει από τα υφάσματα τα οποία πωλούνταν δεύτερο χέρι, και αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για την μετάδοση των ανεπιθύμητων ζωϋφίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αγορά με το ίδιο ακριβώς όνομα υφίσταται και στα Σκόπια και ανάγεται στα οθωμανικά χρόνια.

ασίκης και μπουλασίκης: Ασίκης κυριολεκτικά ο εραστής, ο αγαπητικός, ο γόης. Μπουλασίκης από την άλλη (τουρκ. bulaşık) ο βρόμικος, ο ανάρμοστος, ο μιαρός. Για κάποιον που παριστάνει τον μάγκα και τον νταή, αλλά στην ουσία είναι ανέντιμος και σκάρτος. 3

αμέτι μουχαμέτι: Από το "ümmeti Muhammet". Κυριολεκτικά, ο λαός (ή έθνος) του Μωάμεθ, δηλαδή περιγράφει όλους τους πιστούς της μουσουλμανικής θρησκείας. Στην νεοελληνική έχει διαφορετική σημασία και περιγράφει κάτι που πρέπει να γίνει οπωσδήποτε, με κάθε τρόπο. Για την ενδιαφέρουσα ιστορία του πώς αυτή η φράση άλλαξε νόημα στο πέρασμά της από την τουρκική στη νεοελληνική, υπάρχει πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου. 4

ντιπ για ντιπ: Dip στα τουρκικά είναι ο πάτος, το πιο βαθύ σημείο. Ντιπ για ντιπ (ή καταντίπ) στη νέα ελληνική σημαίνει εντελώς, ολότελα.

τζίτζιλι μίτζιλι: Από την τουρκική φράση "cicili bicili", που διαβάζεται τζίτζιλι μπίτζιλι. Περιγράφει μία κατάσταση επιδεικτικά απαστράπτουσα, στα όρια του ματαιόδοξου. Όταν οι Τούρκοι λένε π.χ. ότι μία γυναίκα είναι cicili bicili, περιγράφουν κάποια που φοράει πολλά αξεσουάρ, έχει πολλά φτιασιδώματα, είναι κοκέτα αλλά βγάζει μία κάπως υπερβολική εικόνα. Μάλλον από τέτοιες χρήσεις, η φράση αυτή -ελαφρώς διαφοροποιημένη- απέκτησε στην νεοελληνική μία άλλη έννοια, αυτή των μικροπραγμάτων. Μία τυπική χρήση της στην νέα ελληνική σήμερα θα ήταν "Για τα μηχανήματα και τα μεγάλα εργαλεία θα πάμε στο μεγάλο μαγαζί, τα τζίτζιλι μίτζιλι τα παίρνουμε κι από τη γειτονιά".

άι σιχτίρ: Πολλοί το αναφωνούν αυθόρμητα ως απλή έκφραση αγανάκτησης, χωρίς να αναλογίζονται το ότι siktir σημαίνει "α γαμήσου". Βέβαια, χρησιμοποιείται και στην Τουρκία ως αντίστοιχο του ελληνικού "γαμώτο", από όπου η νεοελληνική δανείστηκε και τις δύο χρήσεις.
Υπάρχει και το ρήμα με πρόσθεση νεοελληνικού επιθήματος "σιχτιρίζω", που δηλώνει ότι λούζω κάποιον με ύβρεις ή τον αναθεματίζω.

πιτς φιτίλι: Για την λέξη φιτίλι τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Προέρχεται από το τουρκικό fitil, αραβικής ετυμολογίας λέξη που περιγράφει το εύφλεκτο νήμα που χρησιμοποιείται σε κεριά και εκρηκτικά. Όσο για το αρχικό πιτς, τα πράγματα είναι πιο σκούρα. Εκ πρώτης φαίνεται να είναι ηχομιμητική, όπως υπάρχουν αντίστοιχες συνώνυμες μικρές φράσεις στα νέα ελληνικά (πατ-κιουτ, τάκα-τάκα, τσακ-μπαμ κλπ). Ωστόσο εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει η τουρκική λέξη piç.
Μία από τις σημασίες αυτής της λέξης είναι "πηγαίνω στράφι" (βλ. παρακάτω), χαραμίζομαι (βλ. ακόμη πιο κάτω), οπότε μπορεί όλη η φράση να σημαίνει "μέχρι που να χαραμιστεί ένα φιτίλι γίνεται η δουλειά". Μία από τις -πολλές και διαφορετικές- ερμηνείες που έχουν δοθεί για την έκφραση "στο πι και φι" είναι πως αποτελεί συντόμευση του "πιτς φιτίλι".

τον χαβά του/της: Aνάλογα με τα συμφραζόμενα, η λέξη hava μπορεί να έχει διάφορες έννοιες, όπως καιρός, αέρας ή κατάσταση. Όταν λοιπόν κάποιος δεν καταλαβαίνει αυτό που του λέμε, ή είναι αγύριστο κεφάλι, χρησιμοποιούμε τη φράση "τον χαβά του", εννοώντας ότι βρίσκεται σε μία δική του κατάσταση.

Πήρε το κολάι: kolay στα τούρκικα σημαίνει εύκολο. Όταν λέμε για κάποιον πως "πήρε το κολάι" εννοούμε ότι εξοικειώθηκε με κάτι σε ικανοποιητικό βαθμό. Απευθείας από την τουρκική έκφραση "kolay erişmek". Άλλωστε και η έκφραση "καλή ευκολία" αποτελεί μετάφραση του αντίστοιχου "kolay gelsin". 

Τσοτσούκ τσολούκ: Είναι η αντίστοιχη έκφραση για το "συν γυναιξί και τέκνοις", στα τουρκικά çocuk çoluk (με τη γυναίκα και τα παιδιά). Χρησιμοποιείται με ταυτόσημη έννοια από ορισμένους ομιλητές στα ελληνικά.

Καραγκιόζ μπερντέ: ο Καραγκιόζης, από το kara (σκούρος) και göz (μάτι) σημαίνει μαυρομάτης. Είναι πρωταγωνιστής του θεάτρου σκιών σε Τουρκία και Ελλάδα, με μακραίωνη παράδοση και πολιτιστική κληρονομιά. Μπερντέ από το perde (κουρτίνα) είναι η υφασμάτινη επιφάνεια πάνω στην οποία παιζόταν το λαϊκό αυτό θέατρο, ουσιαστικά η σκηνή.
Μεταφορικά η φράση χρησιμοποιείται για να περιγράψει αισθητικά αταίριαστες επιλογές, π.χ. όταν συνδυάζουμε χρώματα που δεν είναι αρμονικά, ή όταν διακοσμούμε με τρόπο άκομψο ένα χώρο.

Κουμ Καπί: Στην βορειοανατολική πλευρά της πόλης των Χανίων υπάρχει η μοναδική σωζόμενη πύλη της πόλης, γνωστή με το όνομα Κουμ Καπί (τουρκ. Kum kapısı), δηλαδή Πύλη της Άμμου. Η περιοχή αυτή είχε αμμώδη παραλία, από εκεί και το όνομά της. Είναι ακόμη γνωστή και με το όνομα Σαμπιονάρα, από παραφθορά του βενετσιάνικου Sabionera, με την ίδια σημασία.
Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι η συγκεκριμένη περιοχή παλαιότερα υπήρξε η έδρα των Χαλικούτηδων, δηλαδή αφρικανικής καταγωγής Κρητικών5

Νισάφι πια!: Aπό το τουρκικό insaf που σημαίνει έλεος ή δικαιοσύνη, αναλόγως συμφραζομένων. Προέρχεται από τα αραβικά. Αναφωνείται όταν φτάνουμε στο επίπεδο εξάντλησης της υπομονής.

Πηγε στράφι: Aπό το τουρκικό israf, αραβικής ετυμολογίας λέξη που σημαίνει σπατάλη. Στα νεοελληνικά το χρησιμοποιούμε πολύ συχνά για να εκφράσουμε κάτι που δεν αξιοποιήθηκε, που δεν απέδωσε.

Την σακουλεύομαι: Η αργκοτική φράση "την σακουλεύομαι" προέρχεται από την λέξη şakul που είναι το μεταλλικό μέρος του αλφαδιού παλαιού τύπου. Αυτός που την σακουλεύεται την έχει αλφαδιάσει τη δουλειά, δηλαδή έχει καταλάβει ή αντιληφθεί κάτι. Φαίνεται μάλλον λανθασμένη η ετυμολογία από την σακούλα, από τη στιγμή που η τουρκικής ετυμολογίας λέξη (μετράω το βάθος με το βαρίδι) είναι κοντινότερη ως έννοια. Ευρύτατα διαδεδομένη στη μάγκικη αργκό της δεκαετίας του 30 και του 40, η φράση "την σακουλεύομαι" παραμένει σε χρήση και σήμερα.

Καραβάν σαράι: Από το 1958 έως και το 2011, στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Βαμβακά στεγάστηκε το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, σε ένα μέρος του κτηρίου που ήταν και είναι γνωστό ως Καραβάν σαράι. Επρόκειτο για πανδοχεία τα οποία όμως είχαν εντός τους κάθε λογής εμπορική δραστηριότητα.6
Για τη λέξη καραβάνι υπάρχουν δύο εκδοχές: ότι ήρθε σε εμάς μέσω του πέρσικου kārwān, είτε μέσω του γαλλικού caravane και του παλαιοιταλικού caravana 7.
Όσο για το σαράι, μας ήρθε από το τουρκικό saray και πρόκειται για αραβικής ετυμολογίας λέξη που περιγράφει το παλάτι ενός σουλτάνου ή πασά.

Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι:  "Tencere yuvarlandı kapağını buldu" λένε οι Τούρκοι μέχρι και σήμερα, που σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με την πασίγνωστη ελληνική έκφραση. Περιγράφει μία κατάσταση όπου δύο πράγματα ή άνθρωποι τακιμιάζουν.
Η λέξη τέντζερης έχει κάνει μεγάλο ταξίδι για να φτάσει σε εμάς, μέσω του αραβικού tancara και του περσικού tangira. Περιγράφει το παλιό χάλκινο σκεύος που χρησιμοποιούνταν ως κατσαρόλα.
Η λέξη yuvarladı είναι επίσης ενδιαφέρουσα, αφού το ρήμα yuvarlanmak σημαίνει κυλώ, τυλίγομαι, και αυτή είναι η ρίζα προέλευσης των καθ'ημάς γιουβαρλακίων.
Η λέξη καπάκι προέρχεται από την αμιγώς τουρκική kapak.

κοτζαμ/κοτζαμάν + ουσιαστικό: kocam και kocaman σημαίνει μεγάλος, τεράστιος. Στη νεοελληνική γλώσσα χρησιμοποιούμε συχνότατα φράσεις όπως "κοτζάμ άντρας" ή "κοτζαμάν υπουργός".

χανούμ μπουρέκ: H λέξη hanım σημαίνει στα τουρκικά δεσποινίς ή κυρία αναλόγως συμφραζομένων, από όπου προέρχονται και οι "δικές μας" λέξεις χανουμάκι και χανούμισσα. Βörek από την άλλη είναι το σκεύασμα μαγειρικής ή ζαχαροπλαστικής που περιβάλλεται από φύλλο (υπάρχει άλλωστε σε χρήση και η νεοελληνική λέξη μπουρέκι).
Όπως αναφέρει και το slang.gr, επικρατεί σύγχυση σχετικά με το ποιο φαγητό ακριβώς είναι το χανούμ μπουρέκ8. Άλλοι θεωρούν ότι το χανούμ μπουρέκ είναι ένα γλυκό με ξηρούς καρπούς και σιροπιαστό κανταίφι το οποίο τυλίγεται μετά με φύλλο, άλλοι το θεωρούν ένα είδος ατομικού γαλακτομπούρεκου, ενώ σε αναζήτηση στο διαδίκτυο το λήμμα "hanım böreği" εμφανίζει αλμυρά φαγητά με φύλλο. Δεν αποκλείεται η φράση "χανούμ μπουρέκ" να αποτελεί ελληνικό νεολογισμό, παρά την τουρκική του ετυμολογία.
Όπως και να έχει, έχει πολλές συνδηλώσεις και μπορεί να σημαίνει μεταφορικά την γεματούλα γυναίκα ή την ανατολίτισσα λόγω της εμφανώς τουρκογενούς προέλευσης της φράσης, ένα ανατολίτικο σοροπιαστό γλυκό ή μία ανατολίτικη πολιτισμική επιρροή. 

εκμέκ κανταίφι:  Από την πλούσια παράδοση της οθωμανικής κουζίνας έρχεται το εκμέκ κανταίφ, τουρκιστί ekmek kadayıfı. Ekmek σημαίνει ψωμί, ενώ η λέξη kadayıf περιγράφει την γνωστή νηματοειδή ζύμη. Σερβίρεται πατροπαράδοτα με καϊμάκι και αποτελεί μία από τις κλασικές ανατολίτικες νοστιμιές.

ιμάμ μπαϊλντί:  "O ιμάμης μπαΐλντισε (λιποθύμησε)" σημαίνει κυριολεκτικά η φράση από το γνωστό και αγαπημένο στην Ελλάδα (αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες) φαγητό. 
Imam η τουρκική λέξη, με προέλευση αραβική. Αρχικά σήμαινε τον θρησκευτικό ηγέτη που καλεί τους πιστούς για προσευχή, αλλά λόγω της πολιτικής φύσης του αραβικού Ισλάμ επεκτάθηκε στο να σημαίνει και τον ηγέτη της κοινότητας. 
Το bayldı είναι ο παρελθοντικός τύπος του ρήματος bayılmak, που σημαίνει λιποθυμώ. 
Κανείς δεν αδίκησε τον ιμάμη που λιποθύμησε, με αυτή την πανδαισία μελιτζάνας, κρεμμυδιού και λαδιού που χαρακτηρίζει το πιάτο.
Για να ξορκιστεί η εμφανής οθωμανική προέλευση του φαγητού, παλαιότερα κυκλοφορούσε πολύ στην Ελλάδα ο θρύλος ότι το πιάτο το είχε κάνει χριστιανή, αφού τάχα οι μουσουλμάνες γυναίκες απαγορευόταν να μαγειρεύουν την ώρα της προσευχής, άρα δεν αποτελεί πιάτο τουρκικό. Όπως αποδεικνύει και η χρήση της συγκεκριμένης σύνταξης σε άλλα φαγητά (όπως το χουνκιάρ μπεγεντί που αναφέρεται αμέσως μετά), η παραπάνω ιστορία μάλλον είναι αστικός μύθος. 

χουνκιάρ μπεγεντί: Hünkar σημαίνει κυρίαρχος, κατ'επέκταση ο Σουλτάνος. Beğendi είναι ο παρελθοντικός τύπος του ρήματος beğenmek, που σημαίνει μου αρέσει. Επομένως θα μεταφράζαμε την έκφραση ως "Του Σουλτάνου του άρεσε". Ένα τρομερό πιάτο με πουρέ μελιτζάνας ως βάση και κομμάτια αρνίσιου ή μοσχαρίσιου κρέατος από πάνω, έχει γίνει δημοφιλές και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. 

παίρνω χαμπάρι: Από τη λέξη haber που σημαίνει είδηση, πληροφόρηση και προέρχεται από τα αραβικά. Η φράση στα νέα ελληνικά δηλώνει το αν έχω αντιληφθεί κάτι, αν έχω καταλάβει τι συμβαίνει. 

σις κεμπάπ / τας κεμπάπ: şiş είναι η αντίστοιχη λέξη που περιγράφεται στα ελληνικά ως σουβλάκι (μικρή σούβλα για τους εν Αθήνησι αναγνώστες),  ενώ η λέξη kebab είναι αραβικής ή περσικής προέλευσης, και δηλώνει το φαγητό στα κάρβουνα, χωρίς προσθήκη σάλτσας ή νερού. Tas από την άλλη είναι το κύπελλο, η γαβάθα και προέρχεται από το αραβικό tās, δανεισμένο με τη σειρά του από τα περσικά. Καθόλου παράξενο λοιπόν που "τας κεμπάπ" σημαίνει το κρέας που είναι μαγειρεμένο με σάλτσα και σερβίρεται σε βαθύ πιάτο. 

γρουσούζ λεμέ: Όταν οι μικρασιάτισσες έπιαναν κάποιον στο στόμα τους για να τον "στολίσουν", ένας από τους τυπικούς χαρακτηρισμούς ήταν το "γρουσούζ λεμέ". Το γρουσούζ, που εξελίχθηκε και στο γνωστό γρουσούζης, προέρχεται από το uğursuz. Αξίζει να αναλύσουμε αυτή τη λέξη, καθώς το επίθημα -suz/siz/sız/süz στα τουρκικά είναι το αντίστοιχο στερητικό α- των ελληνικών. Üğür είναι η τύχη (από όπου προέρχεται άλλωστε και το νεοελληνικό γούρι), άρα üğür-süz είναι ο ά-τυχος. Λεμές, από το τουρκικό elleme, είναι κυριολεκτικά αυτό που παίρνουμε με τα χέρια, αλλά στην αγροτική διαδικασία το κατακάθι, αυτό που δεν κοσκινίζεται. Μεταφορικά το χρησιμοποιούμε για τον άνθρωπο ελεϊνής ποιότητας, τον τιποτένιο.

χαλάλι σου/ χαράμι να σου γίνει: Ευρύτατα χρησιμοποιούμενες και οι δύο φράσεις, έχουν καθαρά θρησκευτικό-ισλαμικό υπόβαθρο, το δανειστήκαμε από τα τουρκικά (haram: νηστίσιμο, σύμφωνο με τις θείες επιταγές / halal: αρτύσιμο, αμαρτωλό, ενάντια στις θείες επιταγές), με τη σειρά τους οι Τούρκοι δανείστηκαν από τους Άραβες, ενώ έχουμε ασχοληθεί με τη χρήση τους σε ξεχωριστό κειμενάκι.

μένει (ή αφήνει) αμανάτι: Εκ του τουρκικού emanet (που σημαίνει ενέχυρο), δανεισμένο κι αυτό από το αραβικό amānāt. Στην καθομιλουμένη δεν τη χρησιμοποιούμε πλέον με την κυριολεκτική της σημασία, αλλά θα πούμε τα ελληνικής ετυμολογίας ενέχυρο ή παρακαταθήκη. Όταν λέμε "μου άφησε αμανάτι", μάλλον εκφράζουμε δυσφορία. Αυτό έχει να κάνει με την ιστορία της δοσοληψίας με ενέχυρα. Π.χ. κάποιος παίρνει το μεταχειρισμένο μου φτυάρι με προοπτική να το αγοράσει, μου αφήνει αμανάτι ένα ρολόι και εγώ περιμένω να με πληρώσει για να του δώσω πίσω το ρολόι. Δε με αποπληρώνει όμως ποτέ, με αποτέλεσμα εγώ να βρεθώ με το ρολόι στα χέρια, ενώ μάλλον προτιμούσα τα μετρητά.

μιλάει (ή τα λέει) φαρσί: Farsi είναι τα περσικά. Έχουμε πολλές στη ζωή μας πει τη φράση "τα λέει φαρσί" για κάποιον που τα λέει καλά, και ακόμη συνηθέστερα το χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε σε ένα υψηλό επίπεδο χρήσης κάποιας ξένης γλώσσας. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία θεωρούνταν δείγμα λογιοσύνης να μιλάει κάποιος περσικά, κι από εκεί πηγάζει η συγκεκριμένη φράση. 

τσίφτης και καραμπουζουκλής: Για την ετυμολογία της λέξης τσίφτης δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, καθώς άλλοι την ετυμολογούν από το αλβανικό qiftër, άλλοι από το ελληνικό ξεφτέρι και άλλοι από το τουρκικό çift, που σημαίνει ζευγάρι, άρα ενδεχομένως ο τσίφτης να είναι αυτός που ζευγαρώνει, ο αγαπητικός. 
Καρά είναι ένα τυπικό πρόθημα που δηλώνει τον σκούρο, τον μαύρο και σε άλλα συμφραζόμενα προσδίδει την έννοια της μεγέθυνσης σε αυτό που χαρακτηρίζει (καραπόντιος, καραβολίδα). 
Bıyık είναι το μουστάκι στα τουρκικά, ενώ το επίθημα -lı θα το μεταφράζαμε ελεύθερα ως "αυτός που έχει". Επομένως ο καραμπουζουκλής (λόγω ενδεχομένως της δυσκολίας προφοράς του bıyık στα νέα ελληνικά και την ομοιότητα με τη λέξη μπουζούκι) είναι αυτός που έχει μαύρο μουστάκι, επομένως ο ανδροπρεπής. 
Δεν είναι να αναρωτιέται λοιπόν κανείς γιατί η συγκεκριμένη έκφραση περιγράφει τον άνδρα τον πολλά βαρύ.

ο καντάρ παρά ο καντάρ μπογιά: Φράση που έλεγε ο συγχωρεμένος ο παππούς μου που ήρθε πρόσφυγας από την Μάδυτο, δηλαδή "όσα είναι τα λεφτά τόση θα είναι και η μπογιά". Από την οθωμανική έκφραση o kadar para o kadar boya προκύπτει και σύγχρονη τουρκική παραλλαγή, ne kadar ekmek o kadar köfte, δηλαδή "όσο είναι το ψωμί τόσοι θα είναι και οι κεφτέδες", ανάλογα με τα υλικά που έχεις θα είναι και η παραγωγή του έργου σου. 

Παραπομπές:
1.Αχ. Καψάλης, Οι μετονομασίες οικισμών στην Ελλάδα
2. Ελευθερία Γ. ΒουλουτίδουΤο Ιμαρέτ της Καβάλας
3. Ηλίας Πετρόπουλος, Παροιμίες του υποκόσμου
4. Νίκος Σαραντάκος, το αμέτι μουχαμέτι και η διαδρομή του
5. Εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης, Χαλικούτες, οι αφρικάνοι της Κρήτης και το χωριό τους, το Κουμ Καπί
6. iefimerida, Καραβάν Σαράι, το μυθικό κτίριο της Θεσσαλονίκης που θέλουν να αγοράσουν Τούρκοι επενδυτές
7. Η πύλη για την ελληνική γλώσσα, διαδικτυακά λεξικά, λήμμα φιτίλι
8. www.slang.gr, λήμμα χανούμ μπουρέκ



2 σχόλια:

  1. Πολύ φροντισμένη εργασία, ήταν ευχάριστη έκπληξη που βρήκα την ιστοσελίδα σας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ κύριε Πέτρο, να είστε καλά. Καλώς ανταμώσαμε.

      Διαγραφή

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ