-->

4.1.17

Διαστολή

Ι. 

Η σημασία των έργων που αφήνουμε
Είναι καμπάνα στις πτυχές των δέντρων
Είναι κόκκινο μες το σκοτάδι
Σκέψη χωρίς ταχογράφο
Πρόκα στα θεμέλια του μέλλοντος
Μες τον αέρα ταξιδεύει
η ορμή πανάρχαια
και να που μπροστά μας σπινθηρίζει

Ολόγυρα οι μουσικές κατακτούν την ακοή
κι αντρεύει ο Μινώταυρος του κόσμου.

Τα σύννεφα κρατούν ιερά
βιβλία με χειμώνες

Μαρμάρινες γυναίκες αιχμαλωτίζονται
Καθώς απλώνουν τρυφερά το χέρι, λυγισμένο ελαφρά
Καθώς ξαπλώνουν αργά στο κρεβάτι
Καθώς υψώνονται θριαμβικά μέσα απ'τα κύματα

ΙΙ.

Κι είμαι μόνος κρατώντας
ένα βράχο ηφαιστειακό
θάλασσες κάτω καθρέφτες

Και πνίγονται οι ασφόδελοι
μέσα στο φως του ήλιου.

Σήκω να δεις τη γενιά μας.
Με τρόμο γλυφό βάλε τα χέρια στις πληγές να βγουν λουλούδια

Συλλογίσου τους απέραντους χαλαζίες
Και λόγισέ τους δίπλα
σε ό,τι πιο όμορφο βλέπεις

Στοχάσου έπειτα την απεραντοσύνη
ενός μονάχα νου.

Κράτα σφιχτά τις εγκιβωτισμένες, αχανείς διαστάσεις της ύλης.

Και ξύπνα από το όνειρο
σαν λωτοφάγος.

ΙΙΙ.

Έφυγε από μέσα μου
αλλά συνέχισα να κραυγάζω
Αϊ ήλιος
Αϊ άνθρωπος
Αϊ θάνατος
στα σαρκοφάγα που μυρίζονταν τη λάμψη

Σκηνές από κοινωνίες του μέλλοντος
τινάχτηκαν μετά με σχεδίες
Για να χτίσουν πάνω σε ξένα νησιά
Σπίτια από κατοπινή στάχτη
Τα λόγια μας τρέχουν και κάποτε επιστρέφουν
Όταν θα 'ναι ώρα
δεν θά 'μαστε εδώ. 

1.1.17

Η πρωτοχρονιά της Μαρίας Μ.

 (τριαντάχρονης ιδιωτικής υπαλλήλου στη δυτική Αθήνα.)

Βυθιζόταν η ματιά της σε εκείνα τα πλάνα του αμερικανικού σινεμά, που είναι χάραμα και οι οδηγοί πορεύονται κατάμονοι την ώρα που ο ουρανός βγάζει ωραία χρώματα και η μουσική υποβάλλει κουβέντες με νόημα που πρόκειται να ειπωθούν. 
Νόημα που έχει χάσει εδώ και καιρό σε κάθε πτυχή της ζωής της. Η πολιτική είναι πια μία φάρσα, από τον υψηλότερο βαθμό μέχρι τη γειτονιά. Όλα αυτά που κατά καιρούς την γοήτευσαν έχουν λασπωθεί τόσο, που τα προσπερνά με αποστροφή. Κομμένες οι κουβέντες για το πώς θα αλλάξουμε την κοινωνία για να την κάνουμε παράδεισο, τέρμα οι εκκοσμικευμένες θεολογίες της συμφοράς που μας έκαναν να ξεχειλίζουμε από όνειρα και ύστερα να απογοητευόμαστε στην ίδια ένταση. 
Το νόημα είναι ότι δεν υπάρχει νόημα, και η πρόκληση είναι να μάθεις να ζεις με αυτό. 
Δεν υπήρξε ανθρώπινη σχέση που να μην την μάτωσε, και αυτό το έβλεπε πέρα από μεμψιμοιρίες. Όχι ότι εκείνη ήταν σωστή και οι άλλοι σκάρτοι: πιο πολύ σκεφτόταν ότι είμαστε όλοι, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, μικρότεροι από τις ιδέες που σκαρφίζεται το κεφάλι μας, ταγμένοι στο τίποτα και ότι επιλέγουμε, στην μόνη βιωμένη πραγματικότητα που μας εγγυάται κανείς, περισσότερο να δυστυχούμε παρά να ευτυχούμε. (Τουλάχιστον όσοι συνεχίζουμε να ζούμε τις μέρες μας σε αυτόν τον κόσμο και όχι σε κάποιο άλλο, πες τον lifestyle, πες τον τρελόχαπα ή drugs με τις χούφτες, πες τον ψηφιακή ελαφρότητα).
Πλακώνουμε με προσδοκίες τους εαυτούς μας και τους άλλους, χρησιμοποιούμε τρίτους για να ικανοποιήσουμε προσωπικές μας απολαύσεις ή να εκτονώσουμε διάφορα συμπλέγματα.
Σκοτώνουμε έρωτες των άλλων κι αισθανόμαστε ανώτεροι, σκοτώνουμε ανθρώπους στην άλλη άκρη του κόσμου με όπλα που φτιάχνονται σε φιλήσυχες πολιτείες, σκοτώνουμε ανθρώπους στη γειτονιά μας από τη φτώχεια. Όλα μας τα σχήματα παραμένουν πυραμιδικά και εξουσιαστικά, ενώ τα καμουφλάρουμε έντεχνα με ευφημισμούς, μήπως και γίνει ο κωλότοπος που έχουμε φτιάξει ένα πιο φιλόξενο μέρος για να ζει κανείς.
Είναι σαν τους παλιούς κομμουνιστές που έβγαζαν Γενικό Γραμματέα, γιατί είχαν τάχα καταργήσει τους προέδρους, και οι Γ.Γ. κατέληγαν να σφάζουν τη μισή κεντρική επιτροπή. 
Ή σαν κάτι "αναρχικές" συνελεύσεις, που κάθεται κάποιος φαρδύς-πλατύς στο κέντρο και λέει "Μήπως θέλει κανείς άλλος να συντονίσει τη συζήτηση;", φυσικά κανείς δε μιλάει γιατί κανένας άλλος δεν έχει προετοιμαστεί να συντονίσει τη συζήτηση, και στο τέλος σκάει την προπαγάνδα του όπως την έχει προετοιμάσει. Ξέρετε γιατί λειτουργεί ο καπιταλισμός ακόμη; 
Γιατί θέτει ως κινητήριο μοχλό της παγκόσμιας κατάστασης το προσωπικό συμφέρον, που είναι ό,τι πιο απτό μπορεί να βρει κανείς, από τον μαλάκα της γειτονιάς του μέχρι τον πλανητάρχη.
Μπορεί τώρα βέβαια, να αισθάνεται κι αυτή χαλασμένη για όλα αυτά λόγω ενός εντελώς προσωπικού λόγου. Ίσως μάλιστα αυτός ο λόγος να είναι ότι μόλις την παράτησε ο σύντροφός της και τα βλέπει όλα ανώφελα. Αν γυρνούσε ίσως, ή εάν ερωτευόταν άλλον, όλα τα παραπάνω θα τα έβλεπε πολύ πιο χαλαρά. Όλο αυτό επιβεβαίωσε τις προηγούμενες σκέψεις της για τον ωκεανό των προσωπικών συμφερόντων στον οποίον έχουμε βουτήξει ομαδικά.
Τέτοια σκεφτόταν πριν την πρωτοχρονιά ενώ γυρνούσε προς το σπίτι και το κρύο ήταν απόλυτο. Στον κάδο απέναντι, είχαν ξεχειλίσει τα σκουπίδια από τις ετοιμασίες για τα οικογενειακά τραπέζια. Χαρτονένιες κούτες, εντόσθια και στο βάθος κάτι που ακουγόταν μεταξύ αναπνοής και αναστεναγμού. Ένας άνθρωπος ρε γαμώτο. Ένας άνθρωπος στα σκουπίδια.
"Μην ανησυχείς κοπέλα μου" ακούστηκε η φωνή ενός άλλου περαστικού "πρεζόνι θα 'ναι. Μέχρι να πάρεις ασθενοφόρο θα έχει ξεμαστουρώσει και θα έχει φύγει". Από έναν κοινωνικό αυτοματισμό, και χωρίς να συμφωνεί με ούτε μία λέξη από όσα άκουσε, γλίστρησε στις σκάλες σαν σκιά.
Όταν ανέβηκε στο σπίτι, άπλωσε ήσυχα τα ρούχα της και σιγά-σιγά, σαν σε ιεροτελεστία, άρχισαν να ακούγονται τα πυροτεχνήματα από κάθε άκρη της πόλης. 
Όλοι τους, οι αφελείς, οι αδίστακτοι, οι ήρεμοι, οι αναίσθητοι, οι ρομαντικοί, οι αγιογδύτες, οι πόρνες, οι μέτριοι, οι συγκλονιστικοί, εύχονταν "Καλή χρονιά!" με αγκαλιές και φιλιά. Άνθρωποι σαν εμένα κι εσένα. 
"Καλή χρονιά" ψιθύρισε στον εαυτό της και έκλεισε το φως. Τόσο διαφορετικά, τόσο ίδια. 

31.12.16

Βόλτα στη σιωπή

Τι υποτιμημένη η σιωπή, πόσο προτιμότερη είναι από τις ανούσιες εκφράσεις όταν δεν έχεις να προσθέσεις τίποτε... Και τι αντίφαση να σπας τη σιωπή για να το δηλώσεις!


8.11.16

Σουλιώτης

Χτες αργά έγραφα ένα αφιέρωμα
στον παλιό μου δάσκαλο
τον Μίμη Σουλιώτη.
Ίσως γι'αυτό όταν πλάγιασα
ήρθε να με συναντήσει
με στριφτό ρολό στην τσέπη που τον βόλευε περισσότερο
και μουστάκια που κιντρίνισαν από τα χρόνια στο ταμπάκο
καρμπόν με του πατέρα μου.

Το είχε με τους ανθρώπους ο Σουλιώτης.
Άμα σ'έβρισκε μπόσικο
και άρπαζε μια λέξη σου
μία κίνηση ένα σπινθήρα
σου σκάρωνε ένα ποίημα
κι άντε να ξεμπερδέψεις μετά
από σκαμπροζιές και εντεκασύλλαβους

Έτσι και γω
Τον πρόφτασα στη διάρκεια διαλείμματος
Σ'ένα δωμάτιο στο αρχοντικό της οδού Αξιοθέας
να απομυζά μία ελιά τσακιστή
σα γυναικεία ρώγα

Και μόλις με καταλαβαίνει
παίρνει βλέμμα μωρού παιδιού
που πιάστηκε

Ενοχή χωρίς λόγο
σαν να κούρνιασε απόψε στα δικά μου γένια
στης μνήμης μου τις φύτρες.

6.11.16

Γιάννης και Μελίνα: άσκηση οπτικής

ΕΝΑΣ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ

Είναι έντεκα το βράδυ και γλιστράω από τα στενά στο λιμάνι για να απολαύσω τη βόλτα που, χωρίς σταθερή μέρα, χαρίζω μία φορά την εβδομάδα στον εαυτό μου. Είναι ο ιδανικός τόπος έτσι ώστε να περνάς διαρκώς από την απόλυτη μοναχικότητα στη φευγαλέα κοινωνικοποίηση. Με ένα ανάλαφρο περπάτημα, περνώ από ερασιτέχνες δρομείς και αφουγκράζομαι την ψυχική και σωματική τους κόπωση, στο απόλυτο κοντράστ με τους ερασιτέχνες ψαράδες, που χαζεύουν το στερεωμένο καλάμι τους, το άδειο καλάθι τους, την απεραντοσύνη του μαύρου σε όλες του τις αποχρώσεις, την ώρα που θάλασσα και ουρανός ίσα που ξεδιαλύνονται. 
Βλέπω δεκαπεντάχρονα αγόρια σε παρέες των τεσσάρων να χαχανίζουν σχολιάζοντας με κακόγουστο, ηχηρό χιούμορ, βλέπω επίδοξα ζευγάρια να περπατούν αντίθετα προς τα μένα, με εκείνη τη στοιχειώδη απόσταση μεταξύ τους, που μένει να διανυθεί, με εκείνη την κολοσσιαία αγωνία για το αν θα διανυθεί... 
Κι είναι σαν να κινούμαι εγώ αλλά εκείνοι να είναι κολλημένοι, σαν να γυρνώ στα εκθέματα κάποιου ζωντανού μουσείου. 
Κι είμαι εγώ και δεν είμαι εγώ.
Η βόλτα μου δείχνει να τελειώνει, αφού τα φώτα κατά μήκος του λιμανιού δίνουν τη θέση τους στο σκοτάδι. 
Ούτε που ξέρω πόσες θείες υπέρβαρες είδα να σέρνουν τα ανήψια τους σαν σακιά κάθιδρες, ούτε που ξέρω πόσες φίλες δύο-δύο πανέμορφες να ξαπλώνουν στην άκρη της προκυμαίας καπνίζοντας στριφτά τσιγάρα, κάνοντας απολογισμό των ζωών και των αποφάσεών τους.
Ούτε πόσους πλανόδιους πωλητές αναψυκτικών και ανόητων παιδικών παιχνιδιών, που με τα φώτα τους έκαναν εντύπωση μέσα στη νύχτα. 
Εν πάσει περιπτώσει, για μένα αυτή η διαδρομή πλησίαζε προς το τέλος.
Με μάγεψε ωστόσο μία φωνή που ερχόταν από το ημίφως, οπότε συνέχισα να κατευθύνομαι προς τα εκεί. 
Ήταν μία κοπέλα, όχι μεγαλύτερη από εικοσιτρία, και δίπλα της κάποιος έπαιζε κιθάρα. Όταν η γωνία του φωτός μου επέτρεψε να κοιτάξω καλύτερα προς το μέρος της, διαπίστωσα ότι η ομορφιά του προσώπου της ήταν εφάμιλλη, αν όχι ανώτερη, της ομορφιάς της φωνής της. Τραγουδούσε ακίνητη, μόνο οι ώμοι της κινούνταν ανεπαίσθητα με το τραγούδισμα των στίχων. Το κεφάλι της είχε μία ελαφρά κλίση προς τον ουρανό, σαν στάση αγάλματος. Οι γλυκιές και οι λάγνες σκέψεις εναλλάσσονταν μέσα μου, ενώ αυτόματα η αύρα μου κινήθηκε εχθρικά προς τον μουσικό της συνοδό: θα είναι η κοπέλα του, σίγουρα.
Με την ζωώδη, ανήθικη χροιά που μου γεννούσε ο πόθος σκέφτηκα: δεν της αξίζει αυτός ο χιμπατζής. Είμαι ανώτερός του. Αυτός είναι χαμένος, χωρίς αυτήν θα ήταν ένα τίποτα, ένα τίποτα που γρατζουνάει την κιθάρα του στο τέρμα του λιμανιού. Φθονώ την απέραντη τύχη του. Άσε που νομίζω πως όσο πλησιάζω προς αυτούς, η δικιά του μου χαρίζει κλεφτά βλέμματα. 
Τι να κάνω; Δε μπορώ ούτε να της μιλήσω. Από τη μία αυτός ο ασχημάνθρωπος δίπλα της, από την άλλη τραγουδάει, τραγουδάει συνέχεια και γω περπατώ και προσπερνώ, με κοιτάει την κοιτάω, τώρα, τώρα... 
Μία στιγμή που πέρασε. Η αδράνεια θρυμμάτισε την ένταση, ο ήχος από τα ψιλά μου αντήχησε στο καπέλο κι εγώ αποσύρθηκα σε ασύμβατο χρόνο και τόπο. 

ΜΕΛΙΝΑ

Δύο ώρες τραγούδι στο δρόμο δεν είναι το ίδιο με δύο ώρες τραγούδι στο μαγαζί. Στο μαγαζί οι άνθρωποι είναι ούτως ή άλλως προσηλωμένοι σε σένα, στο δρόμο αυτό το κερδίζεις, πρέπει να μαγνητίσεις πραγματικά κάποιον για να σταματήσει την κίνησή του και να σταθεί να σε ακούσει, πόσο μάλλον να σε πληρώσει. 
Ο Γιάννης λέει ότι το να δουλεύουμε έξω είναι χίλιες φορές καλύτερο από το να έχουμε τον κάθε γερο-μαλάκα να μας λέει τι να παίξουμε, πόσο να παίξουμε, πόσο κόσμο περιμένουμε και πόσο θα πληρωθούμε. Εδώ όλα εξαρτώνται από εμάς. Είναι μέρες που τον πιστεύω και είναι μέρες που το θεωρώ λάθος. 
Απόψε, ας πούμε, με τρία-τέσσερα ζευγαράκια να χρησιμοποιούν τη μουσική μας για soundtrack ενώ φιλιούνται στις απόμερες γωνίες, και με πέντε ευρώ και εβδομήντα λεπτά στο καπέλο, μου φαίνεται λάθος. 
Η ψύχρα έχει πιάσει και εγώ αισθάνομαι την ταλαιπωρία, αλλά δεν νομίζω ότι τη βγάζω στη φωνή μου. Δεν ξέρω αν συμβαίνει το ίδιο με τη μοναξιά, με την οποία δεν υπάρχει πρόβλημα αν εκφράζεται όταν τραγουδάω, αφού τα περισσότερα τραγούδια που λέμε είναι μελαγχολικά ή ταξιδιάρικα.
Νιώθω εγκλωβισμένη σε μία κατάσταση που βοήθησα να χτιστεί, τόσο καιρό τώρα. Ο αρχικός μου ενθουσιασμός για τον Γιάννη με τους μήνες ξεθώριασε, όπως όλα τα πράγματα που έχω ζήσει μέχρι τώρα κάτω από τον διαβρωτικό φακό του χρόνου. Βαριέμαι τις ανούσιες κοριτσοσυζητήσεις που πρέπει να κάνω όταν βρισκόμαστε σε κοινές παρέες, όπου πρέπει να κάνω την απώτατη ευτυχία να μοιάζει αληθινή, όταν απαντάω σε ερωτήσεις του στιλ "πώς γνωριστήκατε;". Βαριέμαι όταν ο Γιάννης απλώνει Κυριακή μεσημέρι τα πόδια του με τις καρό-πράσινο-κίτρινες πιτζάμες του και παίζει τις ίδιες και τις ίδιες μελωδίες. Βαριέμαι, ώρες ώρες, τον ίδιο μου τον εαυτό.
Ούτε που ξέρω τι τραγουδάω αυτή τη στιγμή, αλλά οι λίγοι παριστάμενοι δείχνουν να απολαμβάνουν ακόμη τον ήχο. Σε λίγο τα μαζεύουμε και φεύγουμε από εδώ.
Να όμως που εμφανίζεται ένας περαστικός, κοντοστέκεται παράξενα, με μία γλοιώδη φάτσα, που 'ναι σαν να γράφει στο μέτωπό του "πιστεύω ότι όσες τραγουδάνε στο δρόμο είναι πόρνες".Αυτό που με τρελαίνει περισσότερο είναι ότι πρέπει να του χαμογελάμε κιόλας επειδή αφήνει δυο δεκάρες, όλα γυρνάνε μέσα στο μυαλό μου με απίστευτη ένταση, θα του τα πω απόψε όλα, πρέπει να ξέρει, δεν με γεμίζουν τα όνειρά σου Γιάννη, δεν θα κρυφτώ, με έχει κουράσει η ψευδαίσθηση ότι έτσι πολεμάμε, αυτοί μας παίρνουν τη ζωή, εμείς τους παίρνουμε τα ψιλά και γελάμε Γιάννη, δεν νιώθω πια τίποτε ζεστό, δεν ξέρω ποια είμαι, αν με εκτιμώ, άντε γαμήσου Γιάννη.
Τελικά δεν είπα τίποτε απ'όλα αυτά μέχρι αργά το βράδυ. Ίσως αύριο. Ίσως αργότερα.

ΓΙΑΝΝΗΣ

Θα μπορούσα να παίζω και δωρεάν μόνο και μόνο για να την ακούω. Είμαστε μαζί και κάνουμε αυτό που αγαπάμε, οπότε το χρήμα δεν με απασχολεί, ποτέ δεν με απασχολούσε πραγματικά.
Η αλληλοδιαδοχή των θεατών μας, ο ήχος των παπουτσιών τους στην προκυμαία, το ελαφρύ αεράκι που η μουσική μας διαπερνά γλυκά, όλα δημιουργούν την απόλυτη αρμονία.
Λίγες είναι οι στιγμές όπως αυτή όπου η ζωή μου νιώθω πως έχει τέτοια ισορροπία, ενώ συνήθως μοιάζει με ένα σεντόνι που είναι μικρό, και όταν φτιάχνεις τη μία άκρη φεύγει από τη θέση της η άλλη. Τώρα όλα συνδέονται, όλα δένουν, κι έχεις βοηθήσει πολύ σ'αυτό.
Μελίνα που τραγουδάς με τα μαλλιά σου να ανεμίζουν πίσω.
Μελίνα που κλαις και θυμώνεις, Μελίνα που μετά με ψάχνεις.
Μελίνα που με αγαπάς με έναν αλλόκοτο, δικό σου τρόπο και το νιώθω.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν είναι προσποιητό.
Μαζεύω τις στιγμές και τις μελωδίες σαν ανεκτίμητα κομμάτια, βλέπω τους άνδρες που σε κοιτούν αλλά εγώ φουσκώνω περισσότερο γιατί είσαι δική μου και το ξέρω, είμαι τόσο σίγουρος γι'αυτό που πρέπει ο κόσμος να εξαπολύσει όλες του τις σκοτεινές δυνάμεις για να μας χωρίσει.
Σιγά σιγά, από το νυχτερινό τραγούδι σου ακούγεται κάποιο σ'αγαπώ, και είναι σαν να άκουσα όλα τα σ'αγαπώ του κόσμου. 

3.9.16

Θάνος Ανεστόπουλος: Δάσος και ερημιά, αυτή ήταν η ψυχή μου

Θάνος Ανεστόπουλος
(1967-2016)
Ξύπνησα αργά, μετά από βαθύ, λυτρωτικό ύπνο. Το πρώτο πράγμα που πληροφορήθηκα ήταν ότι ο Θάνος Ανεστόπουλος, ο γνωστός για την βαρύτονη, εκφραστική και σκοτεινή φωνή του τραγουδιστής του συγκροτήματος Διάφανα Κρίνα, έχει φύγει από τη ζωή. Και κάπως έτσι σίγησε η φυσική παρουσία σε αυτόν τον κόσμο, της πρώτης από τις μεγάλες μορφές της εφηβείας. 
Η μνήμη μου χτυπήθηκε από εκείνες τις εικόνες: νέα παιδιά που έτρεχαν να προμηθευτούν τον νέο δίσκο των αγαπημένων τους συγκροτημάτων με παράξενα ονόματα: Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι, Μια ματιά σαν βροχή,  Βουτιά από ψηλά, Θεατρίνοι, Κάτι σαράβαλες καρδιές, Ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές...
Φορούσαν τζιν και μαύρα ρούχα, έπαιρναν δύο και τρία λεωφορεία για να βρεθούν ώρες πριν το λάιβ να ακούσουν κάποια νέα μελωδία στο sound check, έκαναν μεγάλες συζητήσεις για τα νοήματα των στίχων, διαφωνούσαν έντονα μεταξύ τους, τα ξανάβρισκαν. Δεν ήταν βέβαια όλοι οι έφηβοι της γενιάς μου έτσι, αλλά αυτό το κύμα το θυμάμαι καθαρά. Η εφηβική θητεία μας σε εαυτό βοήθησε πολλούς από μας να ασχοληθούμε αργότερα με την λογοτεχνία, με τη μουσική ή με άλλες μορφές τέχνης. Ήταν η μουσική που μας ώθησε πρώτα απ'όλα να σκεφτούμε αν υπάρχει θεός πάνω από τα κεφάλια μας, και αν είναι αυτός που μας διδάσκουν οι αποστειρωμένοι σχολικοί θεολόγοι. Ήταν η "ελληνική ροκ" που μας κέντρισε να διαβάσουμε Ουράνη, Καρυωτάκη, Σεφέρη, όχι με τον υποχρεωτικό τρόπο της φιλολογικής εξέτασης, αλλά με τον βιωματικό τρόπο της μουσικής έκστασης. Αναπόφευκτα, όλοι οι άνθρωποι εκείνης της γενιάς εξελιχθήκαμε σε κάτι άλλο, όλο αυτό όμως το κουβαλάμε πάντα μέσα μας.
Ο Θάνος Ανεστόπουλος, στιχουργικά αλλά και ερμηνευτικά, εξέφρασε σε απόλυτο βαθμό τις μελαγχολίες, τις ποιητικές διαθέσεις και τις αναζητήσεις τόσων ανθρώπων... Από αυτήν την άποψη, το πέρασμά του από δω είναι κάτι που μέχρι την τελευταία του στιγμή θα έπρεπε να τον κάνει πολύ περήφανο, και νομίζω πως είχε αυτή την επίγνωση. 
Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν αυτό το καλοκαίρι στην συναυλία "Από τις ΡΙΖΕΣ ως τα ΑΝΘΗ του καλού". Τον συνόδευαν οι Γιάννης Αγγελάκας, Παύλος Παυλίδης, Γιάννης Νάστας, Nomik, Λίνα Πάβλοβα, Πρόδρομος Γιαγκόπουλος και Αναστάσης Πετρέλης δείχνοντας αυτήν ακριβώς την ενότητα στην σκηνή που έχτισαν τις τελευταίες δεκαετίες τόσοι καλλιτέχνες, μέσα από τη διαφορετικότητά τους.
Ο Θάνος πήγε στο τέλος να πει τον "Τελευταίο Σταθμό". Εκείνο το τραγούδι όταν το άκουγα μικρός έφριττα, συλλογιζόμενος για πρώτη φορά την έννοια του θανάτου. Στην πορεία, συμφιλιωνόμουν με αυτές τις βαθιές αλήθειες, επιδιώκοντας να συμβιβαστώ το φυσικό του πράγματος για εμένα και τους ανθρώπους που αγαπώ. Τώρα με πήραν τα κλάματα, γιατί σκέφτηκα ότι είναι πολύ διαφορετικό να τραγουδάς για την έννοια του θανάτου, από το να τραγουδάς για τον δικό σου θάνατο. Και κάπου μέσα μου έλεγα "μακάρι να μην είναι η τελευταία φορά που θα τον δω" αλλά ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία.
Και τώρα μόνο η μνήμη. 




29.8.16

Υγροί καρποί

Σαν άγαλμα της Περσεφόνης στη μέση κυκλοφοριακού χάους
Δεν θέλω ούτε να πω μια ιστορία
Ούτε να ρέουν ποτάμια με μάγμα οι εικόνες
Όλο αυτό έχει τόση σημασία
όσο ένα στρείδι που άνοιξε
γλυκά σε απροσδιόριστα βάθη
όσο δύο κορίτσια που κοιτάζονται μέχρι να μετατραπούν σε σταγόνες
και να κυλήσουν μαζί ως τον πυρήνα της γης
όπου τους περιμένει
μία στίξη
μία νιρβάνα
ένα καρφωμένο βλέμμα της λέαινας

Ίσως πάλι να έχει ίση σημασία
με τις πέτρες που λιώνουν ακανόνιστα
πριν συναντηθούν με την ιωνική άμμο
Ρίξε πηγαία σκέψη την επόμενη ζαριά
Άσε το παιχνίδι
να χύνεται στους αιώνες

Τώρα που καλοκαίρι
στα μαλλιά της φωλιάζουν
ελπίδες ανοξείδωτες σαν κράματα ήλιων

Τώρα που θυσιάζονται
όλα της γης τ'αγρίμια
καθώς τα χέρια της αναβλύζουν αλάτι

Τώρα ένα φιλί
που να μην προλάβει να γίνει χτες.

12.8.16

Κυβερνήτης και κυβερνημένος και η κατασκευή του κοινωνικού εαυτού

Η Γη μας κυβερνιέται, βασικά, από σκατάνθρωπους. Από άτομα που δεν θα είχαν κανένα απολύτως δισταγμό να πατήσουν ένα κουμπί και να εξαφανίσουν ολόκληρες πόλεις από το χάρτη, εάν αυτό επρόκειτο να συμβάλλει έστω και στην ελάχιστη αύξηση της όποιας εξουσίας τους. Το μεγάλο διακύβευμα είναι, στο πέρασμά μας από εδώ και κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασής μας με την ανθρώπινη κοινωνία, να μη μοιάζουμε και μεις, μέρα με τη μέρα, περισσότερο σε αυτούς.

20.6.16

Ιμεροσκοπείο

Βλέπω την ομορφιά κοιμώμενη
τρεις παρά κι πόλη σχεδόν εγκαταλειμμένη
Με το κατακαλόκαιρο να της βαραίνει τα μηνίγγια
Κι εγώ στη φλόγα μύστης
αόριστης σιωπής

Βλέπω την ομορφιά στα κύματα των βοστρύχων
Αστέρια σε μία πλάτη πλωτή
Χείλη από χόβολη να θροΐζουν ανάσες

Για να μετρήσεις αυτό δε βρέθηκε μέτρο
Για να χορτάσεις αυτό δε βρέθηκε ζωή

Η πόλη δεν ξέρει τίποτε
απ' το θαύμα
Ακόμη αργοκουνάει τα γρανάζια της
για την επόμενη μέρα

Εγώ όμως φωλιάζω επίμονα
μέσα στο ξύπνιο όνειρο
Παλεύοντας να κλέψω στιγμές
Βλέπω ακόμα.
Βλέπω την ομορφιά.
Βλέπω την ομορφιά.

20.4.16

Αστικό

Για όλες τις σελίδες που σκίστηκαν την επαύριο.
Για όλα τα θραύσματα των γήινων στιγμών.
Γιατί όλα ήταν συνειδητά.
Γιατί η ομορφιά είναι ελεύθερη
και τόσο ακριβή που δε σημαίνει.

(Φανάρια αναβοσβήνουν χωρίς αυτοκίνητα. Τα πεζοδρόμια λιώνουν γλυκά ενώ παραπατάει μεθυσμένη. Λατρεύω τον πόνο που κρύβει σα φυλαχτό στην ολόλευκή της πλάτη. Ζωγραφίζω τις λεπτές της κινήσεις. Ερμηνεύω τις εκκωφαντικές σιωπές της. Όλα αυτά μπορεί να αποδειχτούν μοιραία.)

2.4.16

Η Σύρος, ο Σύρος, ο Σύριος και ο Συριανός

Έχουμε ακούσει τον τελευταίο καιρό να γίνεται λογος για "Σύριους πρόσφυγες" αλλά και για "Σύρους". Εύλογα λοιπόν μπορεί να προκύψει το ερώτημα, προς τι αυτή η γλωσσική διμορφία;
Γιατί άλλοι ονομάζουν τους κατοίκους της Συρίας "Σύριους" και άλλοι "Σύρους";
Το τοπωνυμικό "Σύρος" λοιπόν, απευθύνθηκε στον κάτοικο της Συρίας για να μην δημιουργείται σύγχυση με τον κάτοικο της νήσου Σύρου. Αυτό όμως, σε βάθος χρόνου έχει αποδειχτεί περισσότερο μπέρδεμα παρά λύση: ένας σεβαστός αριθμός ομιλητών της ελληνικής έχει καθιερώσει το "Σύριος" για τον κάτοικο της Συρίας, ενώ για τον νησιώτη εκ Σύρου προτιμά το τοπωνυμικό "Συριανός" (κατά το Σφακιανός, Καλαματιανός κλπ.). Μάλιστα, το Συριανός έχει καθιερωθεί ως επώνυμο, που όπως είναι γνωστό συχνά φανερώνει την ιδιαίτερη καταγωγή κάποιου. Παρόλο που υπάρχει και το επώνυμο "Σύριος", αυτό βρίσκεται κυρίως σε Αττική και Πελοπόννησο, και καθόλο στην ίδια τη Σύρο. Εξάλλου, η λαϊκή ονομασία της Σύρου είναι "Σύρα", όπως μας έχει σωθεί και στην αυτοβιογραφία του μεγάλου ρεμπέτη που καταγόταν από το νησί, του Μάρκου Βαμβακάρη: 
"Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου." 1
Όπως έχει αποδειχτεί σε πολλές περιπτώσεις, η λαϊκή γλώσσα είναι ένα βήμα μπροστά από την κανονιστική φιλολογία.
Η εμφάνιση του επωνύμου "Συριανός" στην Ελλάδα

Η εμφάνιση του επωνύμου "Σύριος" στην Ελλάδα  2


Σύρα- Μάρκος Βαμβακάρης
________________________________________________________________


1. Μάρκος Βαμβακάρης, αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση 1978
2. Εμφάνιση ανά χρήστη τηλεφωνικής συσκευής: http://apps.vrisko.gr/apo-pou-krataei-i-skoufia-sou

14.3.16

Στον Σαχίρ, που παίξαμε μαζί μπάλα

"Όλα όσα ξέρω για την ηθική και την αίσθηση καθήκοντος τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο."
Αλμπέρ Καμύ

Εμείς είχαμε πάει να βοηθήσουμε στην κουζίνα. Πόσα χέρια; όσα μπορείτε και πήγαμε καμία εικοσιπενταριά. Θυμάμαι τι αστείο έδινε κι έπαιρνε όταν πηγαίναμε και τι κουρασμένη σιωπή υπήρχε όταν γυρνούσαμε. Σκηνές μέχρι εκεί που έπιανε το μάτι σου, πλαστικά κουτιά και λασπουριά δίπλα στις ράγες του τρένου. Η Ειδομένη, ένα χωριό στα σύνορα που δεν τράβηξε ποτέ τα φώτα της δημοσιότητας, γέμισε δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο, που βρέθηκαν εκεί για να τραβήξουν ένα πλάνο και να στείλουν ρεπορτάζ. 
Τεράστιοι πληθυσμοί εγκλωβισμένοι επ'αόριστον, αφού μερικές δεκάδες μόνο θα περάσουν κάθε μέρα τα σύνορα για να κατευθυνθούν προς βορειότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι υπόλοιποι θα παραμείνουν εδώ, προσπαθώντας με όποιο τρόπο μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Κάνοντας μπάνιο σε προκάτ ντουζιέρες, περιμένοντας για το μεσημεριανό συσσίτιο, ξαπλώνοντας σε ένα αντίσκηνο στο χώμα. 
Είχαμε κάτι σακούλες με συσκευασμένα τρόφιμα που τα είχαμε κουβαλήσει από Θεσσαλονίκη, κι εγώ κρατούσα μία στα χέρια μου. Περπατώντας προς τη σκηνή όπου θα δουλεύαμε, μου είπε ένας φίλος "ρε συ δεν τα δίνεις στα παιδιά; μην τα κουβαλάμε και άδικα ως εκεί", κάτι που μου φάνηκε πολύ λογικό. Με το που με είδαν όρμηξαν γύρω στα δέκα πιτσιρίκια πάνω μου, την πρώτη συσκευασία την έδωσα εγώ, τις υπόλοιπες βούτηξαν μέσα και τις άρπαξαν σαν να έβλεπαν το μάννα εξ'ουρανού. Ένας μεγαλύτερος Σύρος πλησιάζει και τα μαλώνει. Μία εθελόντρια του Ερυθρού Σταυρού μαλώνει εμένα "Δεν έπρεπε να τους τα δώσετε έτσι". Όντως, δεν έπρεπε να τους τα δώσω έτσι, και το κατάλαβα από τα μάτια των παιδιών που δεν πρόλαβαν.
Η επικαιρότητα αλλάζει ακόμη και μέσα στη μέρα: Έκλεισαν τα σύνορα. Τόσοι τη μέρα. Άλλος αριθμός την επόμενη. Συνεδριάζουν στην Ευρώπη. Αποφασίζονται άλλα, εφαρμόζονται άλλα. Ένας ποταμός ειδήσεων που το μόνο που γεννάει στους ανθρώπους αυτούς είναι πανικό και αβεβαιότητα.
Οι μάγειρες ετοιμάζουν το φάγητό μέσα σε ένα κοντέινερ με υποτυπώδεις υποδομές. Το βγάζουν σε μεγάλες λεκάνες και σε ένα διπλανό δωμάτιο γίνεται η προετοιμασία των μερίδων. Στην αρχή μεθοδικά, με πακετάρισμα και νερό, όσο πλησιάζει η νύχτα και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι χωρίς φαγητό, όλο και πιο βιαστικά. Για να φάνε οι τελευταίοι, κι αφού το μαγειρεμένο έχει τελειώσει, βγαίνει ό,τι συσκευασμένο υπάρχει σε δωρεές από την αποθήκη. Το βράδυ, έχοντας γυρίσει στο σπίτι, είχα εφιάλτες με μάγειρες που τρέχαν αλαφιασμένοι ενώ οι φωνές τους τρυπούσαν τα αυτιά μου "δε φτάνει το φαί!" και κόσμος να μαλώνει απέξω.
Στα διαλείμματα κάναμε βόλτες στον πρόχειρο καταυλισμό. Όσα παιδιά δεν είχαν καταβληθεί από το κρύο και την υγρασία, ήταν στον κόσμο τους. Θαύμασα την ανεμελιά των παιδιών, που μπορούσαν να παίξουν κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Μέσα στη γούρνα με τη λάσπη που απέφευγαν όλοι, έβαλαν ένα κιβώτιο κι έπαιζαν τον βαρκάρη, με κουπιά από κλαδιά που βρήκαν παραδίπλα. Με μία μπάλα που είχαν φέρει κάποιοι εθελοντές, έδιναν πάσες σε κύκλο. Ένας εικοσάρης που συμμετείχε στο παιχνίδι έκανε τον διαιτητή -με σφυρίχτρα παρακαλώ- και σταματούσε το παιχνίδι όποτε ήθελε να περάσει κάποιος. Ο Σαχίρ ήθελε να έρθει στην απέναντι μεριά του κύκλου, κρατούσε κι ένα ποτήρι με γάλα ενώ ψευτοκλοτσούσε, ήταν σειρά μου να παίξω,τον βρήκε η μπάλα κι έπεσε. Έκανε να κλάψει αλλά τον τράβηξα αμέσως στο κοντέινερ να τον σκουπίσω και να επανορθώσω για το γάλα. Αν υπάρχει αυτό που λέμε "πατρικό αίσθημα" πρέπει να μου δημιουργήθηκε περισσότερο από ποτέ. Βασικός νόμος του ποδοσφαίρου της αλάνας, αν πέσεις και δεν έχεις χτυπήσει σε ανυπόφορο βαθμό, πρέπει να ξανασηκωθείς και να συνεχίσεις. Ο Σαχίρ το είχε μάθει πριν παίξει ποδόσφαιρο, αφού βρέθηκε να δύο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του με λασπωμένα παπούτσια. Σηκώθηκε και συνεχίσαμε.Μακάρι τώρα που άρχισαν οι ανοιξιάτικες καταιγίδες της Ευρώπης, να είναι κάπου ζεστά.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ