-->

11.11.18

Τουρκικές (και τουρκογενείς) φράσεις στην νεοελληνική γλώσσα

Stedelijk Museum of contemporary
art and design, Amsterdam
Θεώρησα ότι για τις ανάγκες αυτού του κειμένου θα έπρεπε να θυσιάσω ένα μέρος της επιστημονικής συνέπειας προς όφελος ενός ευρύτερου νοήματος, αλλά από τη στιγμή που εδώ δεν υπάρχει ακαδημαϊκή στόχευση δεν με απασχολεί στο παραμικρό.
Παρ'όλο που υπάρχουν πολλές λίστες και γλωσσάρια με κοινές ελληνικές και τουρκικές λέξεις, όπως και παροιμίες που έχουν μεταφραστεί από τη μία γλώσσα στην άλλη, δεν εντόπισα μέχρι στιγμής μία λίστα με εκφράσεις οι οποίες έχουν λέξεις δανεισμένες από το τουρκικό λεξιλόγιο ως πυρήνα και να χρησιμοποιούνται στη νέα ελληνική.
Φράσεις δηλαδή που είτε είναι αμιγώς τουρκικές και πέρασαν αμετάφραστες, όπως το "αναντάν μπαμπαντάν", είτε φράσεις με τουρκικές λέξεις που συμπληρώθηκαν με άρθρα και ρήματα της ελληνικής. Αυτό γιατί θεωρώ ότι σε μία λίστα φράσεων με τη συγκεκριμένη στόχευση, δεν μπορούν να λείπουν εκφράσεις όπως το "παίρνω το κολάι", που έχουν ξεκάθαρη επιρροή από την τουρκική γλώσσα, γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία κατά τη γνώμη μου να δούμε το πώς δύο γλώσσες που συναντιούνται αλληλοεπηρεάζονται. Αντίστοιχη επιρροή υπάρχει και στην τουρκική γλώσσα τουλάχιστον σε επίπεδο λεξιλογίου (anahtar από το ανοιχτήρι, ızgara από το σχάρα κ.α.) αλλά αυτό είναι μέρος μίας άλλης συζήτησης.
Αξίζει να σημειωθεί το ότι η τουρκική ετυμολογία δε σημαίνει πως αυτές οι φράσεις είναι δανεισμένες σώνει και καλά από την τουρκική καθομιλουμένη. Ορισμένες (όπως π.χ. το ντιπ για ντιπ) είναι απολύτως ελληνικής έμπνευσης και δεν απαντώνται στην Τουρκία, παρά το ότι αποτελούνται από λεξιλόγιο που δεν έχει ελληνική ετυμολογία, ενώ άλλες (όπως το ουζούν αντάμ, αχμάκ ολούρ) είναι παλαιές οθωμανικές εκφράσεις που χάθηκαν στα τουρκικά, αλλά επιβίωσαν στα ελληνικά.
Επίσης, είναι λογικό πολλές από αυτές τις παροιμίες να μην χρησιμοποιούνται από όλους τους ομιλητές και κάποιες να ξενίζουν, καθώς λέγονται σε περιοχές όπου δεσπόζει το προσφυγικό στοιχείο ή αποτελούν μέρος μίας αργκό με την οποία δεν μπορεί να είναι όλοι εξοικειωμένοι.
Συμπεριλαμβάνονται ιστορικά μικροτοπωνύμια (όπως πλατείες και αγορές) που αποτελούνται από τουρκικές φράσεις, καθώς και φαγητά.
Στην αρχική σκέψη ήταν να συμπεριληφθούν και ονόματα πόλεων και χωριών που πλέον έχουν μετονομαστεί (όπως Κιουπ-κιόι, Νταούτ-Μπαλί, Χαρμάν-κιόι κλπ.) όμως η διαδικασία μετονομασιών χωριών και πόλεων κατά τη διαδικασία του 20ου αιώνα ήταν τόσο εκτεταμένη, που για να γίνει αυτό χρειάζεται ειδική μελέτη.1

τσακίρ κέφι:  Εκ του τουρκικού çakırkeyif. Η ακριβώς αντίστοιχη ελληνική έκφραση είναι "τελώ εν ευθυμία", δηλαδή είμαι ανεβασμένος επειδή έχω πιει. Στα ελληνικά βέβαια υπάρχει μία ελαφρά διαφορά, όταν λέμε στο τσακίρ κέφι εννοούμε περισσότερο "στο αποκορύφωμα του γλεντιού", συνδέεται μεν συνήθως με το ποτό αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό.

ουζούν αντάμ, αχμάκ ολούρ: μτφρ. ψηλός άνδρας, χαζός θα είναι. Οθωμανική παροιμία που συνδυάζει την ευστροφία με το χαμηλό ανάστημα, ενώ υποθέτει ότι ένας ψηλός άνδρας μάλλον θα είναι ανόητος. Το ενδιαφέρον είναι ότι παρόλο που σε ορισμένες περιοχές στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ακόμη, έχει ξεχαστεί στην σημερινή Τουρκία.

τεμπέλ χανέ: Πρόκειται για μία απίστευτη κοινωνική παροχή του σουλτάνου Μαχμούτ του Β' (1808 -1839),  ο οποίος προσπάθησε με μία σειρά μεταρρυθμίσεων να αλλάξει την όψη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ίδρυσε υπουργεία κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, κατάργησε το σώμα των γενιτσάρων, έφτιαξε κοσμικά σχολεία και εκκλησιαστικές σχολές. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα αυτές οι αλλαγές δεν απέτρεψαν την οριστική παρακμή και εν τέλει την κατάρρευση του "μεγάλου ασθενούς". Εδώ μνημονεύουμε τον Μαχμούτ Β' για την ίδρυση των tembel hane ή miskin hane, δηλαδή χώρων που ήταν αφιερωμένοι στους φτωχούς, τους ταλαιπωρημένους και τους κάθε λογής γυρολόγους. Εκεί υπήρχε χώρος ανάπαυσης και δωρεάν φαγητό, στα πλαίσια ενός ιδιότυπου φιλανθρωπικού ιδρύματος. Κατ'άλλους, τα ιδρύματα αυτά δημιουργήθηκαν για τη φροντίδα των ασθενών της λέπρας, που θέριζε εκείνη την εποχή.
Κατηγορίες ότι το "δικό μας" Ιμαρέτ της Καβάλας είχε καταλήξει σε τεμπέλ χανέ διαβάζουμε και σε ιστορικές μελέτες σχετικά με την περιοχή.2
Σε κάθε περίπτωση, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι το δικαίωμα στην τεμπελιά, το οποίο στιγματίζεται από οποιαδήποτε διακυβέρνηση στην ιστορία του ανθρώπου, αναγνωρίστηκε έστω και πρόσκαιρα από κάποια αρχή.
Ακόμη και σήμερα κυκλοφορεί στον τουρκικό λαό μία ανέκδοτη ιστορία ότι σε κάποια φάση, είχε συγκεντρωθεί υπερβολικός αριθμός ανθρώπων στον τεμπέλ χανέ, και οι υπεύθυνοι προσπαθούσαν να σκαρφιστούν τρόπους για την αποσυμφόρησή του. Έτσι, έβαλαν μία φωτιά ακριβώς δίπλα από τον τόπο στον οποίο άραζαν οι κάθε λογής "τεμπέληδες" έτσι ώστε να διαπιστώσουν ποιοι ήταν οι πραγματικοί. Τη στιγμή λοιπόν που "έπαιρνε η γούνα τους φωτιά" και οι περισσότεροι έτρεχαν να σώσουν τον εαυτό τους, μία οικογένεια έδειχνε στους άλλους το δρόμο με ύφος "άντε, κουνηθείτε, δε βλέπετε ότι καιγόμαστε;", δίχως ωστόσο να κουνηθούν από τη θέση τους οι ίδιοι. Είχαν κερδίσει τη θέση τους εκεί δικαιωματικά.
Η φράση τεμπέλ χανέ, που θα τη μεταφράζαμε ως σπίτι των τεμπέληδων ή κοινότητα των τεμπέληδων, έχει επηρεάσει την νεοελληνική γλώσσα έντονα. Αποδίδεται συχνά με το πιο λόγιο "τεμπελχανείο". Ακόμη συχνότερ χρησιμοποιείται το επίθετο "τεμπελχανάς", με σκωπτικό ή μειωτικό τόνο.

Μπες μπουτσούκ: κυριολεκτικά σημαίνει "πέντε και μισή", αλλά μεταφορικά σημαίνει ότι τρέμω από τον φόβο μου.  Είναι αντίστοιχο του ελληνικότερου "με πάει τρεις και πέντε". Εδώ αρχίζει το μπέρδεμα, γιατί στα σύγχρονα τουρκικά η παροιμία είναι  üç buçuk atmak, δηλαδή τρεις και μισή. Υπάρχει όμως και η παραλλαγή "beş atmak", οπότε πιθανόν η ελληνική εκδοχή του ρητού να συνδύασε τις δύο εκδοχές.

αναντάν μπαμπαντάν (ή αναντάμ παπαντάμ): ευρύτατα διδαδεδομένο, χρησιμοποιείται αμετάφραστο ή ελαφρώς διαφοροποιημένο σε σχέση με την τουρκική έκφραση anadan babadan, που σημαίνει "από πατέρα κι από μητέρα". Όταν αποδίδουμε σε κάποιον ένα χαρακτηρισμό, προσθέτοντας το αναντάν μπαμπαντάν εννοούμε "πάππου προς πάππου (ή πάππον για τους λάτρεις της καθαρεύουσας)".

μπιρ παρά: Απευθείας από την τουρκική φράση bir para, επιβιώνει μέχρι σήμερα και χρησιμοποιείται πανελληνίως η αντίστοιχη "μπιρ παρά". Κυριολεκτικά σημαίνει με ένα νόμισμα, και τη λέμε όταν κάποιος αγοράζει κάτι σε εξευτελιστική τιμή.

μπιτ παζάρ: Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στα δυτικά της αρχαίας αγοράς, υπάρχει το συγκρότημα "μπιτ παζάρ", το οποίο σημαίνει κυριολεκτικά "αγορά της ψείρας" (τουρκ. bit pazar).
Το μέρος αυτό στέγαζε και στεγάζει μικροπωλητές και παλαιοπωλεία το πρωί, ενώ το βράδυ έχει εξελιχτεί σε δημοφιλή νεανικό προορισμό, όπου οι σύγχρονοι Θεσσαλονικείς απολαμβάνουν φτηνό κρασί και μεζέδες.
Η "αγορά της ψείρας" δεν περιορίζεται στην ελληνική και την τουρκική, αφού η αντίστοιχη αγγλική φράση είναι "flea market" και έχει ακριβώς την ίδια σημασία, μάλλον προερχόμενη από το γαλλικό "marché aux puces". Φαίνεται πως ο συγκεκριμένος όρος πηγάζει από τα υφάσματα τα οποία πωλούνταν δεύτερο χέρι, και αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για την μετάδοση των ανεπιθύμητων ζωϋφίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αγορά με το ίδιο ακριβώς όνομα υφίσταται και στα Σκόπια και ανάγεται στα οθωμανικά χρόνια.

ασίκης και μπουλασίκης: Ασίκης κυριολεκτικά ο εραστής, ο αγαπητικός, ο γόης. Μπουλασίκης από την άλλη (τουρκ. bulaşık) ο βρόμικος, ο ανάρμοστος, ο μιαρός. Για κάποιον που παριστάνει τον μάγκα και τον νταή, αλλά στην ουσία είναι ανέντιμος και σκάρτος. 3

αμέτι μουχαμέτι: Από το "ümmeti Muhammet". Κυριολεκτικά, ο λαός (ή έθνος) του Μωάμεθ, δηλαδή περιγράφει όλους τους πιστούς της μουσουλμανικής θρησκείας. Στην νεοελληνική έχει διαφορετική σημασία και περιγράφει κάτι που πρέπει να γίνει οπωσδήποτε, με κάθε τρόπο. Για την ενδιαφέρουσα ιστορία του πώς αυτή η φράση άλλαξε νόημα στο πέρασμά της από την τουρκική στη νεοελληνική, υπάρχει πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου. 4

ντιπ για ντιπ: Dip στα τουρκικά είναι ο πάτος, το πιο βαθύ σημείο. Ντιπ για ντιπ (ή καταντίπ) στη νέα ελληνική σημαίνει εντελώς, ολότελα.

τζίτζιλι μίτζιλι: Από την τουρκική φράση "cicili bicili", που διαβάζεται τζίτζιλι μπίτζιλι. Περιγράφει μία κατάσταση επιδεικτικά απαστράπτουσα, στα όρια του ματαιόδοξου. Όταν οι Τούρκοι λένε π.χ. ότι μία γυναίκα είναι cicili bicili, περιγράφουν κάποια που φοράει πολλά αξεσουάρ, έχει πολλά φτιασιδώματα, είναι κοκέτα αλλά βγάζει μία κάπως υπερβολική εικόνα. Μάλλον από τέτοιες χρήσεις, η φράση αυτή -ελαφρώς διαφοροποιημένη- απέκτησε στην νεοελληνική μία άλλη έννοια, αυτή των μικροπραγμάτων. Μία τυπική χρήση της στην νέα ελληνική σήμερα θα ήταν "Για τα μηχανήματα και τα μεγάλα εργαλεία θα πάμε στο μεγάλο μαγαζί, τα τζίτζιλι μίτζιλι τα παίρνουμε κι από τη γειτονιά".

άι σιχτίρ: Πολλοί το αναφωνούν αυθόρμητα ως απλή έκφραση αγανάκτησης, χωρίς να αναλογίζονται το ότι siktir σημαίνει "α γαμήσου". Βέβαια, χρησιμοποιείται και στην Τουρκία ως αντίστοιχο του ελληνικού "γαμώτο", από όπου η νεοελληνική δανείστηκε και τις δύο χρήσεις.
Υπάρχει και το ρήμα με πρόσθεση νεοελληνικού επιθήματος "σιχτιρίζω", που δηλώνει ότι λούζω κάποιον με ύβρεις ή τον αναθεματίζω.

πιτς φιτίλι: Για την λέξη φιτίλι τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Προέρχεται από το τουρκικό fitil, αραβικής ετυμολογίας λέξη που περιγράφει το εύφλεκτο νήμα που χρησιμοποιείται σε κεριά και εκρηκτικά. Όσο για το αρχικό πιτς, τα πράγματα είναι πιο σκούρα. Εκ πρώτης φαίνεται να είναι ηχομιμητική, όπως υπάρχουν αντίστοιχες συνώνυμες μικρές φράσεις στα νέα ελληνικά (πατ-κιουτ, τάκα-τάκα, τσακ-μπαμ κλπ). Ωστόσο εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει η τουρκική λέξη piç.
Μία από τις σημασίες αυτής της λέξης είναι "πηγαίνω στράφι" (βλ. παρακάτω), χαραμίζομαι (βλ. ακόμη πιο κάτω), οπότε μπορεί όλη η φράση να σημαίνει "μέχρι που να χαραμιστεί ένα φιτίλι γίνεται η δουλειά". Μία από τις -πολλές και διαφορετικές- ερμηνείες που έχουν δοθεί για την έκφραση "στο πι και φι" είναι πως αποτελεί συντόμευση του "πιτς φιτίλι".

τον χαβά του/της: Aνάλογα με τα συμφραζόμενα, η λέξη hava μπορεί να έχει διάφορες έννοιες, όπως καιρός, αέρας ή κατάσταση. Όταν λοιπόν κάποιος δεν καταλαβαίνει αυτό που του λέμε, ή είναι αγύριστο κεφάλι, χρησιμοποιούμε τη φράση "τον χαβά του", εννοώντας ότι βρίσκεται σε μία δική του κατάσταση.

Πήρε το κολάι: kolay στα τούρκικα σημαίνει εύκολο. Όταν λέμε για κάποιον πως "πήρε το κολάι" εννοούμε ότι εξοικειώθηκε με κάτι σε ικανοποιητικό βαθμό. Απευθείας από την τουρκική έκφραση "kolay erişmek". Άλλωστε και η έκφραση "καλή ευκολία" αποτελεί μετάφραση του αντίστοιχου "kolay gelsin". 

Τσοτσούκ τσολούκ: Είναι η αντίστοιχη έκφραση για το "συν γυναιξί και τέκνοις", στα τουρκικά çocuk çoluk (με τη γυναίκα και τα παιδιά). Χρησιμοποιείται με ταυτόσημη έννοια από ορισμένους ομιλητές στα ελληνικά.

Καραγκιόζ μπερντέ: ο Καραγκιόζης, από το kara (σκούρος) και göz (μάτι) σημαίνει μαυρομάτης. Είναι πρωταγωνιστής του θεάτρου σκιών σε Τουρκία και Ελλάδα, με μακραίωνη παράδοση και πολιτιστική κληρονομιά. Μπερντέ από το perde (κουρτίνα) είναι η υφασμάτινη επιφάνεια πάνω στην οποία παιζόταν το λαϊκό αυτό θέατρο, ουσιαστικά η σκηνή.
Μεταφορικά η φράση χρησιμοποιείται για να περιγράψει αισθητικά αταίριαστες επιλογές, π.χ. όταν συνδυάζουμε χρώματα που δεν είναι αρμονικά, ή όταν διακοσμούμε με τρόπο άκομψο ένα χώρο.

Κουμ Καπί: Στην βορειοανατολική πλευρά της πόλης των Χανίων υπάρχει η μοναδική σωζόμενη πύλη της πόλης, γνωστή με το όνομα Κουμ Καπί (τουρκ. Kum kapısı), δηλαδή Πύλη της Άμμου. Η περιοχή αυτή είχε αμμώδη παραλία, από εκεί και το όνομά της. Είναι ακόμη γνωστή και με το όνομα Σαμπιονάρα, από παραφθορά του βενετσιάνικου Sabionera, με την ίδια σημασία.
Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι η συγκεκριμένη περιοχή παλαιότερα υπήρξε η έδρα των Χαλικούτηδων, δηλαδή αφρικανικής καταγωγής Κρητικών5

Νισάφι πια!: Aπό το τουρκικό insaf που σημαίνει έλεος ή δικαιοσύνη, αναλόγως συμφραζομένων. Προέρχεται από τα αραβικά. Αναφωνείται όταν φτάνουμε στο επίπεδο εξάντλησης της υπομονής.

Πηγε στράφι: Aπό το τουρκικό israf, αραβικής ετυμολογίας λέξη που σημαίνει σπατάλη. Στα νεοελληνικά το χρησιμοποιούμε πολύ συχνά για να εκφράσουμε κάτι που δεν αξιοποιήθηκε, που δεν απέδωσε.

Την σακουλεύομαι: Η αργκοτική φράση "την σακουλεύομαι" προέρχεται από την λέξη şakul που είναι το μεταλλικό μέρος του αλφαδιού παλαιού τύπου. Αυτός που την σακουλεύεται την έχει αλφαδιάσει τη δουλειά, δηλαδή έχει καταλάβει ή αντιληφθεί κάτι. Φαίνεται μάλλον λανθασμένη η ετυμολογία από την σακούλα, από τη στιγμή που η τουρκικής ετυμολογίας λέξη (μετράω το βάθος με το βαρίδι) είναι κοντινότερη ως έννοια. Ευρύτατα διαδεδομένη στη μάγκικη αργκό της δεκαετίας του 30 και του 40, η φράση "την σακουλεύομαι" παραμένει σε χρήση και σήμερα.

Καραβάν σαράι: Από το 1958 έως και το 2011, στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Βαμβακά στεγάστηκε το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, σε ένα μέρος του κτηρίου που ήταν και είναι γνωστό ως Καραβάν σαράι. Επρόκειτο για πανδοχεία τα οποία όμως είχαν εντός τους κάθε λογής εμπορική δραστηριότητα.6
Για τη λέξη καραβάνι υπάρχουν δύο εκδοχές: ότι ήρθε σε εμάς μέσω του πέρσικου kārwān, είτε μέσω του γαλλικού caravane και του παλαιοιταλικού caravana 7.
Όσο για το σαράι, μας ήρθε από το τουρκικό saray και πρόκειται για αραβικής ετυμολογίας λέξη που περιγράφει το παλάτι ενός σουλτάνου ή πασά.

Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι:  "Tencere yuvarlandı kapağını buldu" λένε οι Τούρκοι μέχρι και σήμερα, που σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με την πασίγνωστη ελληνική έκφραση. Περιγράφει μία κατάσταση όπου δύο πράγματα ή άνθρωποι τακιμιάζουν.
Η λέξη τέντζερης έχει κάνει μεγάλο ταξίδι για να φτάσει σε εμάς, μέσω του αραβικού tancara και του περσικού tangira. Περιγράφει το παλιό χάλκινο σκεύος που χρησιμοποιούνταν ως κατσαρόλα.
Η λέξη yuvarladı είναι επίσης ενδιαφέρουσα, αφού το ρήμα yuvarlanmak σημαίνει κυλώ, τυλίγομαι, και αυτή είναι η ρίζα προέλευσης των καθ'ημάς γιουβαρλακίων.
Η λέξη καπάκι προέρχεται από την αμιγώς τουρκική kapak.

κοτζαμ/κοτζαμάν + ουσιαστικό: kocam και kocaman σημαίνει μεγάλος, τεράστιος. Στη νεοελληνική γλώσσα χρησιμοποιούμε συχνότατα φράσεις όπως "κοτζάμ άντρας" ή "κοτζαμάν υπουργός".

χανούμ μπουρέκ: H λέξη hanım σημαίνει στα τουρκικά δεσποινίς ή κυρία αναλόγως συμφραζομένων, από όπου προέρχονται και οι "δικές μας" λέξεις χανουμάκι και χανούμισσα. Βörek από την άλλη είναι το σκεύασμα μαγειρικής ή ζαχαροπλαστικής που περιβάλλεται από φύλλο (υπάρχει άλλωστε σε χρήση και η νεοελληνική λέξη μπουρέκι).
Όπως αναφέρει και το slang.gr, επικρατεί σύγχυση σχετικά με το ποιο φαγητό ακριβώς είναι το χανούμ μπουρέκ8. Άλλοι θεωρούν ότι το χανούμ μπουρέκ είναι ένα γλυκό με ξηρούς καρπούς και σιροπιαστό κανταίφι το οποίο τυλίγεται μετά με φύλλο, άλλοι το θεωρούν ένα είδος ατομικού γαλακτομπούρεκου, ενώ σε αναζήτηση στο διαδίκτυο το λήμμα "hanım böreği" εμφανίζει αλμυρά φαγητά με φύλλο. Δεν αποκλείεται η φράση "χανούμ μπουρέκ" να αποτελεί ελληνικό νεολογισμό, παρά την τουρκική του ετυμολογία.
Όπως και να έχει, έχει πολλές συνδηλώσεις και μπορεί να σημαίνει μεταφορικά την γεματούλα γυναίκα ή την ανατολίτισσα λόγω της εμφανώς τουρκογενούς προέλευσης της φράσης, ένα ανατολίτικο σοροπιαστό γλυκό ή μία ανατολίτικη πολιτισμική επιρροή. 

εκμέκ κανταίφι:  Από την πλούσια παράδοση της οθωμανικής κουζίνας έρχεται το εκμέκ κανταίφ, τουρκιστί ekmek kadayıfı. Ekmek σημαίνει ψωμί, ενώ η λέξη kadayıf περιγράφει την γνωστή νηματοειδή ζύμη. Σερβίρεται πατροπαράδοτα με καϊμάκι και αποτελεί μία από τις κλασικές ανατολίτικες νοστιμιές.

ιμάμ μπαϊλντί:  "O ιμάμης μπαΐλντισε (λιποθύμησε)" σημαίνει κυριολεκτικά η φράση από το γνωστό και αγαπημένο στην Ελλάδα (αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες) φαγητό. 
Imam η τουρκική λέξη, με προέλευση αραβική. Αρχικά σήμαινε τον θρησκευτικό ηγέτη που καλεί τους πιστούς για προσευχή, αλλά λόγω της πολιτικής φύσης του αραβικού Ισλάμ επεκτάθηκε στο να σημαίνει και τον ηγέτη της κοινότητας. 
Το bayldı είναι ο παρελθοντικός τύπος του ρήματος bayılmak, που σημαίνει λιποθυμώ. 
Κανείς δεν αδίκησε τον ιμάμη που λιποθύμησε, με αυτή την πανδαισία μελιτζάνας, κρεμμυδιού και λαδιού που χαρακτηρίζει το πιάτο.
Για να ξορκιστεί η εμφανής οθωμανική προέλευση του φαγητού, παλαιότερα κυκλοφορούσε πολύ στην Ελλάδα ο θρύλος ότι το πιάτο το είχε κάνει χριστιανή, αφού τάχα οι μουσουλμάνες γυναίκες απαγορευόταν να μαγειρεύουν την ώρα της προσευχής, άρα δεν αποτελεί πιάτο τουρκικό. Όπως αποδεικνύει και η χρήση της συγκεκριμένης σύνταξης σε άλλα φαγητά (όπως το χουνκιάρ μπεγεντί που αναφέρεται αμέσως μετά), η παραπάνω ιστορία μάλλον είναι αστικός μύθος. 

χουνκιάρ μπεγεντί: Hünkar σημαίνει κυρίαρχος, κατ'επέκταση ο Σουλτάνος. Beğendi είναι ο παρελθοντικός τύπος του ρήματος beğenmek, που σημαίνει μου αρέσει. Επομένως θα μεταφράζαμε την έκφραση ως "Του Σουλτάνου του άρεσε". Ένα τρομερό πιάτο με πουρέ μελιτζάνας ως βάση και κομμάτια αρνίσιου ή μοσχαρίσιου κρέατος από πάνω, έχει γίνει δημοφιλές και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. 

παίρνω χαμπάρι: Από τη λέξη haber που σημαίνει είδηση, πληροφόρηση και προέρχεται από τα αραβικά. Η φράση στα νέα ελληνικά δηλώνει το αν έχω αντιληφθεί κάτι, αν έχω καταλάβει τι συμβαίνει. 

σις κεμπάπ / τας κεμπάπ: şiş είναι η αντίστοιχη λέξη που περιγράφεται στα ελληνικά ως σουβλάκι (μικρή σούβλα για τους εν Αθήνησι αναγνώστες),  ενώ η λέξη kebab είναι αραβικής ή περσικής προέλευσης, και δηλώνει το φαγητό στα κάρβουνα, χωρίς προσθήκη σάλτσας ή νερού. Tas από την άλλη είναι το κύπελλο, η γαβάθα και προέρχεται από το αραβικό tās, δανεισμένο με τη σειρά του από τα περσικά. Καθόλου παράξενο λοιπόν που "τας κεμπάπ" σημαίνει το κρέας που είναι μαγειρεμένο με σάλτσα και σερβίρεται σε βαθύ πιάτο. 

γρουσούζ λεμέ: Όταν οι μικρασιάτισσες έπιαναν κάποιον στο στόμα τους για να τον "στολίσουν", ένας από τους τυπικούς χαρακτηρισμούς ήταν το "γρουσούζ λεμέ". Το γρουσούζ, που εξελίχθηκε και στο γνωστό γρουσούζης, προέρχεται από το uğursuz. Αξίζει να αναλύσουμε αυτή τη λέξη, καθώς το επίθημα -suz/siz/sız/süz στα τουρκικά είναι το αντίστοιχο στερητικό α- των ελληνικών. Üğür είναι η τύχη (από όπου προέρχεται άλλωστε και το νεοελληνικό γούρι), άρα üğür-süz είναι ο ά-τυχος. Λεμές, από το τουρκικό elleme, είναι κυριολεκτικά αυτό που παίρνουμε με τα χέρια, αλλά στην αγροτική διαδικασία το κατακάθι, αυτό που δεν κοσκινίζεται. Μεταφορικά το χρησιμοποιούμε για τον άνθρωπο ελεϊνής ποιότητας, τον τιποτένιο.

χαλάλι σου/ χαράμι να σου γίνει: Ευρύτατα χρησιμοποιούμενες και οι δύο φράσεις, έχουν καθαρά θρησκευτικό-ισλαμικό υπόβαθρο, το δανειστήκαμε από τα τουρκικά (haram: νηστίσιμο, σύμφωνο με τις θείες επιταγές / halal: αρτύσιμο, αμαρτωλό, ενάντια στις θείες επιταγές), με τη σειρά τους οι Τούρκοι δανείστηκαν από τους Άραβες, ενώ έχουμε ασχοληθεί με τη χρήση τους σε ξεχωριστό κειμενάκι.

μένει (ή αφήνει) αμανάτι: Εκ του τουρκικού emanet (που σημαίνει ενέχυρο), δανεισμένο κι αυτό από το αραβικό amānāt. Στην καθομιλουμένη δεν τη χρησιμοποιούμε πλέον με την κυριολεκτική της σημασία, αλλά θα πούμε τα ελληνικής ετυμολογίας ενέχυρο ή παρακαταθήκη. Όταν λέμε "μου άφησε αμανάτι", μάλλον εκφράζουμε δυσφορία. Αυτό έχει να κάνει με την ιστορία της δοσοληψίας με ενέχυρα. Π.χ. κάποιος παίρνει το μεταχειρισμένο μου φτυάρι με προοπτική να το αγοράσει, μου αφήνει αμανάτι ένα ρολόι και εγώ περιμένω να με πληρώσει για να του δώσω πίσω το ρολόι. Δε με αποπληρώνει όμως ποτέ, με αποτέλεσμα εγώ να βρεθώ με το ρολόι στα χέρια, ενώ μάλλον προτιμούσα τα μετρητά.

μιλάει (ή τα λέει) φαρσί: Farsi είναι τα περσικά. Έχουμε πολλές στη ζωή μας πει τη φράση "τα λέει φαρσί" για κάποιον που τα λέει καλά, και ακόμη συνηθέστερα το χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε σε ένα υψηλό επίπεδο χρήσης κάποιας ξένης γλώσσας. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία θεωρούνταν δείγμα λογιοσύνης να μιλάει κάποιος περσικά, κι από εκεί πηγάζει η συγκεκριμένη φράση. 

τσίφτης και καραμπουζουκλής: Για την ετυμολογία της λέξης τσίφτης δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, καθώς άλλοι την ετυμολογούν από το αλβανικό qiftër, άλλοι από το ελληνικό ξεφτέρι και άλλοι από το τουρκικό çift, που σημαίνει ζευγάρι, άρα ενδεχομένως ο τσίφτης να είναι αυτός που ζευγαρώνει, ο αγαπητικός. 
Καρά είναι ένα τυπικό πρόθημα που δηλώνει τον σκούρο, τον μαύρο και σε άλλα συμφραζόμενα προσδίδει την έννοια της μεγέθυνσης σε αυτό που χαρακτηρίζει (καραπόντιος, καραβολίδα). 
Bıyık είναι το μουστάκι στα τουρκικά, ενώ το επίθημα -lı θα το μεταφράζαμε ελεύθερα ως "αυτός που έχει". Επομένως ο καραμπουζουκλής (λόγω ενδεχομένως της δυσκολίας προφοράς του bıyık στα νέα ελληνικά και την ομοιότητα με τη λέξη μπουζούκι) είναι αυτός που έχει μαύρο μουστάκι, επομένως ο ανδροπρεπής. 
Δεν είναι να αναρωτιέται λοιπόν κανείς γιατί η συγκεκριμένη έκφραση περιγράφει τον άνδρα τον πολλά βαρύ.

ο καντάρ παρά ο καντάρ μπογιά: Φράση που έλεγε ο συγχωρεμένος ο παππούς μου που ήρθε πρόσφυγας από την Μάδυτο, δηλαδή "όσα είναι τα λεφτά τόση θα είναι και η μπογιά". Από την οθωμανική έκφραση o kadar para o kadar boya προκύπτει και σύγχρονη τουρκική παραλλαγή, ne kadar ekmek o kadar köfte, δηλαδή "όσο είναι το ψωμί τόσοι θα είναι και οι κεφτέδες", ανάλογα με τα υλικά που έχεις θα είναι και η παραγωγή του έργου σου. 

Παραπομπές:
1.Αχ. Καψάλης, Οι μετονομασίες οικισμών στην Ελλάδα
2. Ελευθερία Γ. ΒουλουτίδουΤο Ιμαρέτ της Καβάλας
3. Ηλίας Πετρόπουλος, Παροιμίες του υποκόσμου
4. Νίκος Σαραντάκος, το αμέτι μουχαμέτι και η διαδρομή του
5. Εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης, Χαλικούτες, οι αφρικάνοι της Κρήτης και το χωριό τους, το Κουμ Καπί
6. iefimerida, Καραβάν Σαράι, το μυθικό κτίριο της Θεσσαλονίκης που θέλουν να αγοράσουν Τούρκοι επενδυτές
7. Η πύλη για την ελληνική γλώσσα, διαδικτυακά λεξικά, λήμμα φιτίλι
8. www.slang.gr, λήμμα χανούμ μπουρέκ



18.10.18

κυρ Οδυσσέας

Ο κυρ Οδυσσέας τα τελευταία 20 χρόνια κυκλοφορεί με το ίδιο κοστούμι. Μαύρο μάλλινο κι από μέσα ένα πουλόβερ κασμίρι, ένα τόνο πιο ανοιχτό, κατάσαρκα ένα λευκό ριγέ πουκάμισο που τώρα έχει ψιλολιώσει και βγάζει μία απροσδιόριστη απόχρωση. Όταν λέμε είκοσι χρόνια μιλάμε για χειμώνα-καλοκαίρι, χωρίς διαλείμματα για διαφημίσεις. Ειδικά τους θερινούς μήνες, όπου έβλεπες τους εναπομείναντες στην πόλη να κυκλοφορούν ημίγυμνοι, ο κυρ Οδυσσέας στο ίδιο τέμπο και με την ίδια αμφίεση, κατευθυνόταν κάθε τόσο προς κάποιο κάδο σκουπιδιών, ενίοτε φορώντας και ρεπούμπλικα. 
"Περιμένει την κηδεία του" λέγαν οι γριές της γειτονιάς, που κάθονταν στο παγκάκι του ΕΟΠYΥ. "Τα έχει όλα κανονισμένα, διαμερίσματα στις κόρες και στους γιους, ένα χιλιάρικο στην άκρη, έραψε και το κοστούμι να τα έχει όλα σε ρέγουλα". 
Όμως ο θάνατος είναι απρόβλεπτος παράγων. Γιατί από τότε που συνέβησαν όλα αυτά, πέρασαν χρόνια και η ανάπαυση δεν ήρθε. Πήγε ογδόντα, πήγε ενενήντα, πήγε εκατό. Με μια σακούλα χάπια στο τραπέζι και πηγαινέλα στους κάδους, ο κυρ Οδυσσέας ζούσε έναν επίλογο που υπολόγιζε για παράγραφο και του προέκυψε εγκυκλοπαίδεια. 
Το χούι με τους κάδους είχε να κάνει με την επαγγελματική του ιδιότητα: δηλωμένος παλαιοπώλης, γυρνούσε πεζός με ένα τροχήλατο καρότσι παλιά, με αμάξι και τρέιλερ αργότερα, και μάζευε οτιδήποτε μπορούσε να έχει κάποια αξία για να κρατηθεί ή να μεταπωληθεί. 
Όπως κάθε δουλειά, είχε και αυτή το σκοτεινό της κομμάτι. Η συλλογή μετάλλων, μικροσυσκευών και δομικών υλικών δεν είχε ποτέ την έγγραφη άδεια των νόμιμων ιδιοκτητών. Καμιά φορά, δεν είχε ούτε την προφορική. Γυρνούσε στα νιάτα του σούρουπο σε ένα γιαπί και οι μάστορες είχαν αφήσει τελάρα με πλακάκια για το μπάνιο, τα είχαν αφήσει για αύριο. Τι τρία τελάρα τι δύο. Γυρνούσε στην Άνω πόλη και το καπάκι στο φρεάτιο του δρόμου ξεχαρβαλωνόταν, καιρός να βάλουν άλλο, μπορούσε να το παραχώσει κάπου στην καρότσα.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον τσακώνανε, και τότε άρχιζε τα "δεν ήξερα" και "νόμιζα" και έλεγε για τα παιδιά του. Ωστόσο, δυο-τρεις φορές που έπεσε σε τσαμπουκαλήδες ιδιοκτήτες, δεν γλίτωσε τις ψιλές. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνα τα αγνά και ρομαντικά χρόνια, οι διαφορές τέτοιου είδους λύνονταν με ένα γερό κοπάνημα και δεν χρειάζονταν τηλέφωνα σε αστυνομίες, προσαγωγές και άλλα γραφειοκρατικά.
Επειδή όμως η εξέλιξη είναι αναπόφευκτη, όταν ένα κλεφτρόνι έφερε στον κυρ Οδυσσέα (που είχε πιάσει πια τα εβδομήντα) κάποια κλεμμένα για να τα διαθέσει στον κύκλο του, άρχισαν να μπλέκονται μαζί του και οι αρχές, οπότε το κάγκελο ήρθε νομοτελειακά. Δυόμισι χρόνια στη στενή σαν να μην τον άγγιξαν καθόλου, βγήκε έξω με το ίδιο μειλίχιο ύφος και με τις ίδιες πρακτικές.
Λίγο μάζεμα, λίγο δώσιμο, το σπίτι πήρε την οριστική του αρτ ντεκό μορφή, αφού ο πρώτος όροφος είχε άσπρο πλακάκι και ξύλινα κουφώματα, ο δεύτερος γκρι πλακάκι και αλουμινένια κουφώματα, και ο τρίτος με βάψιμο στο χρώμα της ώχρας, αλλά χωρίς κουφώματα.
Τα σίδερα στον κήπο ολοκλήρωναν την εικόνα, καθώς και τα δύο τρέιλερ που του είχαν ξεμείνει καμία εικοσαριά χρόνια με επιγραφές "ΠΩΛΕΙΤΑΙ".
Εκείνο που πουλήθηκε εντελώς ανέλπιστα τον προηγούμενο μήνα, ήταν το μπορντώ Καντέτ. Ήρθε ένας βιοπαλαιστής με φιζίκ παλαιστή, ρώτησε πόσα, παζάρεψε, το πήρε 350 ευρώ.
"Κοίταξε όμως" του λέει ο κυρ Οδυσσέας "Εγώ είμαι γέρος, μη με μπλέκεις με μηχανολογικά, ΚΕΠ και τέτοια. Θα μου δώσεις τα λεφτά, θα σου κάνω ένα χαρτί και κάνεις τη μεταβίβαση εσύ όπως αγαπάς".
"Εντάξει παπούλη" του λέει η αρκούδα. Βγάζει το μασουράκι, του το δίνει στο χέρι και πάει για τη μεταβίβαση.
Δύο ώρες μετά, γυρίζει έξαλλος και κάτι ουρλιάζει για δεκατρία χρόνια απλήρωτα σήματα, και τι θα κάνουμε τώρα, μη μου λες εμένα ότι δεν ξέρεις, πού είναι τα λεφτά, τι σημαίνει τα έδωσες και τα λοιπά.
Ο κυρ-Οδυσσέας, με τα μάτια του να χάνονται μέσα στις κόγχες, έκανε τον ανήξερο ενώ γελούσε η ψυχή του. Είχε χρόνια να νιώσει τόσο ζωντανός. 

17.8.18

Από τον Homo Sapiens στον Homo Deus: Γιατί τα δύο τελευταία έργα του Y.N. Harari είναι κεφαλαιώδους σημασίας για το σήμερα και το αύριο της ανθρωπότητας

Ήταν από παρότρυνση φίλου που οδηγήθηκα στο έργο του Ισραηλινού ιστορικού Γιουβάλ Νώε Χαράρι. Τσακισμένος από χειμωνιάτικα δεκάωρα και δωδεκάωρα στη δουλειά, του είπα πως το μυαλό μου παραήταν στραπατσαρισμένο εκείνη τη χρονική στιγμή για να μπορέσω να ασχοληθώ με ένα longread σε σχέση με την ιστορία του ανθρώπου. Η επιμονή του στην φράση "θα σε κάνει να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο" και η εξήγηση των βασικών πτυχών του βιβλίου, όντως με έπεισε για αυτό. Για την ακρίβεια, το Sapiens σε πρώτη φάση και το Homo Deus σε δεύτερη, ενεργοποίησαν σκέψεις τις οποίες ήδη έκανα σχετικά με τις αφηγήσεις μας για τον κόσμο και την καμπή στην οποία βρισκόμαστε σε επίπεδο κοινωνικής, πολιτικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Εκείνες τις μέρες, σκεφτόμουν πόσο επηρεάζει την ευρυμάθεια και την αντικειμενικότητά μας η προσκόλληση σε ιστορίες που έχουν ως επίκεντρο ένα έθνος ή μία πολιτική στόχευση. Υπερτονίζουμε τις διαφορές μας που έχουν να κάνουν με την γενετική ή πολιτισμική μας μοναδικότητα, σε έναν κόσμο που μέσω της αλματώδους ανάπτυξης του τεχνολογικού κλάδου, της βιολογίας αλλά και της πολιτικής/οικονομικής κατάστασης, μας οδηγεί να δρούμε και να σκεπτόμαστε όλο και πιο παγκόσμια.
Είναι επόμενο λοιπόν μία ιστορική αφήγηση που δεν θα ασχολείται με την ιστορία ενός ξεχωριστού έθνους ή μίας πολιτικής ομάδας, αλλά του ανθρώπινου είδους, με ύφος όχι επιτηδευμένα ακαδημαϊκό αλλά σοβαρά επιστημονικό και ζωντανό, να ιντριγκάρει και να κινητοποιήσει τον σημερινό αναγνώστη. 
Αυτό ακριβώς γίνεται στο Sapiens. Δεν πιάνουμε το νήμα από τις απαρχές ενός "εκλεκτού έθνους", αλλά από τότε που οι βιολογικοί μας πρόγονοι, από ασήμαντα πιθηκοειδή στη μέση της τροφικής αλυσίδας, άρχισαν να κυριαρχούν και να επεκτείνονται στον πλανήτη. 
Βλέπουμε όλα τα επεισόδια εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, όλο το μεγαλείο και τον όλεθρο που αυτή προξένησε, προβληματιζόμαστε για τα στοιχεία που διαμορφώνουν τη διαφορετικότητα του ανθρώπου σε σχέση με τα υπόλοιπα θηλαστικά του πλανήτη, για το φαινόμενο της θρησκείας και γενικότερα το φαντασιακό, το ακατανίκητο όπλο του sapiens. 
Στο Homo Deus έχουμε να κάνουμε την προβολή όλων των συμπερασμάτων στο οποίο καταλήγει το πρώτο βιβλίο στο σήμερα: εφόσον ο άνθρωπος έχει φτάσει με τη λογική, τη φαντασία και την τεχνολογία να βελτιώσει σε σημαντικό βαθμό τη ζωή του, ακόμη και όταν αυτό συμβαίνει εις βάρος ζώων ή άλλων ανθρώπων, το επόμενο βήμα είναι ο Homo Deus, δηλαδή ο άνθρωπος-θεός, ο οποίος θα παρακάμψει την φυσική επιλογή. Ο Harari συζητά σε βάθος τα διαφορετικά πιθανά σενάρια με τα οποία μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, τους φόβους και τα συναισθήματα που δημιουργεί στον άνθρωπο του σήμερα μία τέτοιου είδους μελλοντολογία, αλλά και τις απαντήσεις που καλείται να δώσει  συλλογικά η ανθρωπότητα φτάνοντας πιο κοντά σε αυτή την κατάσταση. 
Τελικά, ο φίλος μου είχε δίκιο. Το Sapiens και το Homo Deus όντως άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τον κόσμο και δικαίως ο Harari θεωρείται ένα από τα πιο κοφτερά μυαλά των αρχών του 21ου αιώνα. 
Διάβασα Sapiens στα ελληνικά, από μία πολύ προσεγμένη δουλειά των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, αφού η μετάφραση και η ποιότητα χαρτιού και σχεδιασμού είναι πολύ υψηλή, ενώ  το Homo Deus στα αγγλικά από την Penguin. Για όποιον θέλει να εξασκήσει τη δεύτερη γλώσσα θα το συνιστούσα, αλλά πρέπει να έχει στο μυαλό του ότι το επίπεδο έκφρασης σε ορισμένα σημεία είναι αρκετά υψηλό. 
Σε κάθε περίπτωση, αμφότερα τα βιβλία ανοίγουν δρόμους της σκέψης και θέτουν πολύ χρήσιμους προβληματισμούς για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρώπινης ύπαρξης. 

10.4.18

Εμείς και το Ισλάμ: ένα αριστούργημα του Βλάση Αγτζίδη




Κυκλοφόρησε πρόσφατα το τελευταίο -και καλύτερο κατ'εμέ- βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη με τίτλο "Εμείς και το Ισλάμ". Μπορεί στον τίτλο να κερδίζει την προσοχή η λέξη "Ισλάμ", όμως στο κείμενο φωτίζεται επαρκώς και το "Εμείς", με την έννοια ότι ακολουθείται η ροή της αποκρυστάλλωσης των θρησκευτικών και εθνικών ταυτοτήτων, που ορίζεται σε αντιδιαστολή με ένα "άλλο" πολιτισμό.

Όπως εύστοχα δηλώνεται στο βιβλίο, ο χώρος και ο πολιτισμός του Ισλάμ δεν έχει για τον ελληνισμό την απόσταση που έχει για τον υπόλοιπο "δυτικό" κόσμο, αλλά πρόκειται για μία αλληλοδιαδοχή συγκλίσεων και συγκρούσεων σε κοινό χώρο. Έτσι, η προσέγγιση από τη σύγχρονη ελληνική έρευνα είναι σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένη από τον οριενταλιστικό χαρακτήρα, την μετα-αποικιοκρατική ματιά και την αίσθηση κάποιας δυτικού τύπου "ανωτερότητας". Η ελληνική παράδοση, είτε στη ρωμαίικη είτε στο νεοελληνική της εκδοχή, έχει άμεσα συνδιαλλαγεί ή συγκρουστεί με το Ισλάμ, τόσο στην περίπτωση του χαλιφάτου των Αββασιδών, του εμιράτου της Κρήτης και τελικά του τουρκικού Ισλάμ.

Από την άλλη πλευρά, το κείμενο δεν επικεντρώνεται μόνο στην εξιστόρηση των επαφών αυτών, αλλά επιδιώκει να ορίσει και την αλληλεπίδραση σε παρόντα χρόνο και τόπο. Ορισμένες σκέψεις και θεματικά κέντρα που μου έκαναν εντύπωση διαβάζοντάς το:

-Η ταύτιση του όρου "Τούρκος" με τον όρο "Ισλάμ" στην ελληνική λαϊκή αντίληψη

-Η σχέση της οθωμανικής τζιχάντ με τον α' παγκόσμιο (Γερμανία, Αυστρία) και οι γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών

-Η ισχυροποίηση του ισλαμιστικού ρεύματος από την ανάμνηση της αποικιοκρατίας και την αυξανόμενη ισχύ της Δύσης

-Το ιστορικό της χρησιμοποίησης ακραίων ισλαμιστών όπως ο Οσάμα Μπιν Λάντεν ως "αντι-σοβιετικών στρατιωτών" εκ μέρους της CIA

-Η διαμόρφωση και ο επανακαθορισμός της έννοιας "ελληνικό έθνος" στο πέρασμα των αιώνων

-Η αρχή του Ισλάμ ως μία φυλετική θρησκεία της ερήμου και η εξέλιξή της ισλαμικής Ούμας σε μία "υπερφυλή" και φορέα ενοποίησης των αραβικών πληθυσμών

-Οι σχέσεις αρσενικού-θηλυκού και Αλλάχ-πιστού

-Οι ιδιαιτερότητες της Σαρία ως θρησκευτικού νόμου επί γης

-Η ιστορία των χαλιφάτων που επεδίωξαν να εφαρμόσουν και να επεκτείνουν τη δύναμη του Ισλάμ συνδυάζοντας θρησκευτική και κοσμική εξουσία

-Ο ελληνικής καταγωγής Jawhar που από σκλάβος κατέληξε στρατηγός των Φατιμιδών και ίδρυσε την πόλη Κάιρο

-Ο Τζελαλεντίν Ρουμί, που προώθησε τον θρησκευτικό συγκρητισμό, την οινοποσία και την ισότητα στον έρωτα

-Η αραβοποίηση, καταστροφή και επανεποικισμός της Κρήτης από Έλληνες του μικρασιατικού, καυκάσιου και ελλαδικού χώρου.

-Ο Ιωάννης Δαμασκηνός που έζησε στην αυλή των Ουμαγιαδών ασκώντας το αξίωμα του αρχιγραμματέα

-Ηράκλειος και Ν. Φωκάς: η θρησκευτική διάσταση στους βυζαντινο-αραβικούς πολέμους

-Γεώργιος ο Τραπεζούντιος και η επιστολή του στον Μωάμεθ τον Πορθητή

-Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σε Ισλάμ και Δύση εκ μέρους του Βυζαντίου στα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας

-Σκέψεις για την πιθανότητα ύπαρξης ενός μετριοπαθούς Ισλάμ σήμερα

Μία ιστορική, θρησκειολογική και κοινωνική μελέτη "από το πάνω ράφι" που συστήνω ανεπιφύλακτα στους λάτρεις της ιστοριογραφίας. 

28.1.18

Ολοκαύτωμα 2018

Όταν είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου τα ντοκουμέντα από τα κρεματόρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης, δεν είπα "κοίτα τι κάνανε οι ναζί" αλλά "κοίτα τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος".
Ασφαλώς μας βολεύει σήμερα η σκέψη ότι οι Γερμανοί του Β' παγκοσμίου ήταν σαν ένα κακό πνεύμα που το κλείσαμε για πάντα στο μπουκάλι, αλλά οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές που γέννησαν το ολοκαύτωμα εξακολουθούν να επιζούν. Kαι νομίζω πως είναι χρήσιμο να θυμόμαστε πως οι εβραίοι δεν ήταν τα μοναδικά θύματα αυτής της γενοκτονίας, αλλά ακολούθησαν όλους αυτούς που δε χώρεσαν στα καλούπια που δημιούργησαν ορισμένα "άρια" μυαλά: οι τσιγγάνοι, οι ομοφυλόφιλοι, τα άτομα με αναπηρία, τα μέλη θρησκευτικών αιρέσεων, οι αρνητές στράτευσης (...) Όλοι αυτοί που ένα καθεστώς προτιμάει να αλέσει από το να ανεχτεί, φυσικά δεν έχουν σταθερά χαρακτηριστικά, κάτι που σημαίνει ότι ο οποιοσδήποτε από εμάς θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση τους. Ας μην ξεχνάμε το τρομερό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που συνέβη από την πλευρά των νικητών και ουδέποτε δικάστηκε, τη ρίψη των ατομικών βομβών σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι, όταν εξαϋλώθηκε με μία κίνηση 250.000 κόσμου, στην πλειοψηφία τους άμαχος πληθυσμός. Ο β' παγκόσμιος πόλεμος, με τον ορυμαγδό φρικαλεοτήτων που τον συνόδευσαν, εάν απογυμνωθεί από το ιδεολογικό και γεωστρατηγικό του πλαίσιο, δεν είναι παρά η συνειδητοποίηση του ανθρώπου ότι ως είδος έχει φτάσει στο σημείο να εξαπολύσει τέτοιες καταστροφικές δυνάμεις, που μπορεί να καταστρέψει όχι μόνο τους εχθρούς του, αλλά και όλο το γύρω του περιβάλλον, τελικά αυτοκαταστρεφόμενος ανίκανος να ελέγξει το μίσος του και την ανάγκη του για κυριαρχία και επέκταση. Αυτόν τον κίνδυνο, που έκτοτε ελλοχεύει στον πλανήτη, εντόπισαν και επεσήμαναν πολλές σημαντικές προσωπικότητες του περασμένου αιώνα, με πιο γνωστό το μανιφέστο Ράσσελ-Αινστάιν κατά την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου.

2.1.18

Romeyka: μία διάλεκτος σε σίγαση αναδεικνύεται μέσα από την τέχνη, την επιστήμη και τα κοινωνικά δίκτυα

Για πολλά χρόνια το ζήτημα των εναπομεινάντων ελληνόφωνων* του Πόντου περνούσε από μία σκοπιά μονόπαντα εθνική: το τουρκικό κράτος προσπάθησε να αποσιωπήσει την παρουσία τους, ενισχύοντας στην περιοχή του Ευξείνου τα πιο επιθετικά εθνικιστικά αντανακλαστικά (διώξεις ελληνόφωνω
ν καθηγητών, ακτιβιστών και μουσικών) ενώ από την άλλη υπήρξε έντονη η διάθεση διάφορων Ελλήνων δημοσιογράφων, αναλυτών, καθηγητών αλλά και πολιτευτών, να ενισχύσουν την "κρυπτοχριστιανική" διάσταση του ζητήματος.
Έτσι, ένας Τούρκος υπήκοος που μιλούσε στο σπίτι και στο χωριό του ένα ελληνοποντιακό ιδίωμα ήταν για τους μεν Τούρκους συντηρητικούς ένας οιονεί προδότης που υποσκάπτει την εθνική ακεραιότητα, για τους δε Έλληνες συντηρητικούς ένας καταπιεσμένος χριστιανός που οι περιστάσεις δεν του επιτρέπουν την άσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων, κάτι που αναγκάζεται να κάνει κρυφά από την υπόλοιπη κοινωνία. 
Για μία ακόμη φορά, αποδείχτηκε ότι το να αντιμετωπίσουμε τα πολιτισμικά φαινόμενα αποκλειστικά με εθνικά ή θρησκευτικά κριτήρια είναι ολέθριο και μας απομακρύνει από την πραγματικότητα.  
Oι κάτοικοι των ακτών της Μαύρης Θάλασσας, εξ' ορισμού απομακρυσμένοι από το όποιο εθνικό τους κέντρο, ανέπτυξαν επί αιώνες έναν κοινό πολιτισμό που βασιζόταν περισσότερο σε έννοιες όπως το έδαφος, η κοινότητα, η γειτονία, οι κοινές δραστηριότητες, οι ανθρώπινες σχέσεις,τα  έθιμα, πράγματα που δεν χώρεσαν ούτε στα θρησκευτικά δόγματα που κυριάρχησαν μέχρι τη νεωτερική εποχή, ούτε φυσικά στα εθνικά φαντασιακά που διαμόρφωσαν τα έθνη-κράτη όπως τα γνωρίσαμε τον 20ο αιώνα.
Η Τραπεζούντα με τα περίχωρά της σήμερα. Φωτογραφία
από τη διαδικτυακή ομάδα "Thalassa Karadeniz"
Προσωπικά άκουγα με κάποιο δισταγμό τις αφηγήσεις για τους ελληνόφωνους του Πόντου, αποδίδοντάς τες σε φλογερή επιθυμία των ελληνοποντίων να διατηρήσουν μία πολιτισμική συνέχεια στη γη των πατρογονικών τους εστιών, ιστορίες δηλαδή πολύ καλές για να τις πιστέψει κανείς. Φαίνεται πως στην εποχή της ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης και της παγκοσμιοποιημένης πληροφορίας, η πραγματική διάσταση του φαινομένου δεν είναι εύκολο να κρυφτεί: υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα ανθρώπων που προβάλλουν αυτή την γλωσσική ποικιλία, και οι φυσικοί ομιλητές ανέρχονται σε χιλιάδες.
Τα λένε romeyka ασφαλώς λόγω της σύνδεσής τους με την ρωμιοσύνη, αλλά γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες, αφού οι ομιλητές της προφανώς και δε γνωρίζουν τους ελληνικούς χαρακτήρες, συνεννοούμενοι για αρκετές από τις υπόλοιπες περιστάσεις του βίου τους στα τούρκικα, και έχουν υιοθετήσει από το εκπαιδευτικό τους σύστημα μία γραφή περισσότερο φωνητική παρά ιστορική.
Η... χάρη των ρωμέικων έφτασε μέχρι το πανεπιστήμιο του Cambridge, όπου η Δρ. Σιταρίδου έκανε μία αξιόλογη έρευνα σχετικά με τη διάλεκτο της συγκεκριμένης περιοχής, και συνέδεσε την ντοπιολαλιά αυτή με ορισμένες λειτουργίες της αρχαίας ελληνικής.

Ορισμένα χαρακτηριστικά δείγματα από τα romeyka σε ιστοσελίδες και κοινωνικά δίκτυα:

1. Ποίηση Αyşe Tursun:  "Αγαπώ σας romeyka"
2. Merve Tarınkulu: Η Μερβέ Τανρίκουλου τραγουδά στα ρωμαίικα της οφίτικης διαλέκτου
3. Apolas Lermi: CD Romeyka
4. Ομάδα "Thalassa Karadeniz" με μεταφορτώσεις από την καθημερινή ζωή στα χωριά του Πόντου 

Από όλη την ιστορία με τα romeyka, ένα πράγμα με εντυπωσίασε και εξακολουθεί να με εντυπωσιάζει: από τι υλικό να είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι εκείνου του τόπου, και διέσωσαν όλη αυτή τη ζωντανή μνήμη μετά από έναν αιώνα συστηματικών εκκαθαρίσεων. Είναι κάτι σχεδόν μεταφυσικό. 
_____________

*Ο όρος σαφώς είναι προβληματικός, αφού τα romeyka είναι παραλλαγμένα σε μορφή και περιεχόμενο σε σχέση με την ελληνική ποντιακή διάλεκτο, αλλά ο όρος ελληνόφωνοι εδώ χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους ανθρώπους που μιλούν μίας ελληνικής προέλευσης διάλεκτο που διαφέρει και από την αντίστοιχη τοπική τουρκική, αλλά και από την επίσημη γλώσσα του γειτονικού κράτους. To ίδιο βέβαια ισχύει και για τον όρο romeyka, αφού η μεταφορά του σε ελληνικά συμφραζόμενα εννοεί ως "ρωμαίικα" τη γλώσσα των Ρωμιών, παρόλο που το ιδίωμα  λ.χ. των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης δεν έχει καμία σχέση με την ποντιακή διάλεκτο. Η Σιταρίδου προτείνει να χρησιμοποιείται ο όρος romeyka σε αντιδιαστολή με τον όρο romeika που αναφέρεται στις άλλες μορφές ελληνικής στην Ανατολή. 

4.1.17

Διαστολή

Ι. 

Η σημασία των έργων που αφήνουμε
Είναι καμπάνα στις πτυχές των δέντρων
Είναι κόκκινο μες το σκοτάδι
Σκέψη χωρίς ταχογράφο
Πρόκα στα θεμέλια του μέλλοντος
Μες τον αέρα ταξιδεύει
η ορμή πανάρχαια
και να που μπροστά μας σπινθηρίζει

Ολόγυρα οι μουσικές κατακτούν την ακοή
κι αντρεύει ο Μινώταυρος του κόσμου.

Τα σύννεφα κρατούν ιερά
βιβλία με χειμώνες

Μαρμάρινες γυναίκες αιχμαλωτίζονται
Καθώς απλώνουν τρυφερά το χέρι, λυγισμένο ελαφρά
Καθώς ξαπλώνουν αργά στο κρεβάτι
Καθώς υψώνονται θριαμβικά μέσα απ'τα κύματα

ΙΙ.

Κι είμαι μόνος κρατώντας
ένα βράχο ηφαιστειακό
θάλασσες κάτω καθρέφτες

Και πνίγονται οι ασφόδελοι
μέσα στο φως του ήλιου.

Σήκω να δεις τη γενιά μας.
Με τρόμο γλυφό βάλε τα χέρια στις πληγές να βγουν λουλούδια

Συλλογίσου τους απέραντους χαλαζίες
Και λόγισέ τους δίπλα
σε ό,τι πιο όμορφο βλέπεις

Στοχάσου έπειτα την απεραντοσύνη
ενός μονάχα νου.

Κράτα σφιχτά τις εγκιβωτισμένες, αχανείς διαστάσεις της ύλης.

Και ξύπνα από το όνειρο
σαν λωτοφάγος.

ΙΙΙ.

Έφυγε από μέσα μου
αλλά συνέχισα να κραυγάζω
Αϊ ήλιος
Αϊ άνθρωπος
Αϊ θάνατος
στα σαρκοφάγα που μυρίζονταν τη λάμψη

Σκηνές από κοινωνίες του μέλλοντος
τινάχτηκαν μετά με σχεδίες
Για να χτίσουν πάνω σε ξένα νησιά
Σπίτια από κατοπινή στάχτη
Τα λόγια μας τρέχουν και κάποτε επιστρέφουν
Όταν θα 'ναι ώρα
δεν θά 'μαστε εδώ. 

1.1.17

Η πρωτοχρονιά της Μαρίας Μ.

 (τριαντάχρονης ιδιωτικής υπαλλήλου στη δυτική Αθήνα.)

Βυθιζόταν η ματιά της σε εκείνα τα πλάνα του αμερικανικού σινεμά, που είναι χάραμα και οι οδηγοί πορεύονται κατάμονοι την ώρα που ο ουρανός βγάζει ωραία χρώματα και η μουσική υποβάλλει κουβέντες με νόημα που πρόκειται να ειπωθούν. 
Νόημα που έχει χάσει εδώ και καιρό σε κάθε πτυχή της ζωής της. Η πολιτική είναι πια μία φάρσα, από τον υψηλότερο βαθμό μέχρι τη γειτονιά. Όλα αυτά που κατά καιρούς την γοήτευσαν έχουν λασπωθεί τόσο, που τα προσπερνά με αποστροφή. Κομμένες οι κουβέντες για το πώς θα αλλάξουμε την κοινωνία για να την κάνουμε παράδεισο, τέρμα οι εκκοσμικευμένες θεολογίες της συμφοράς που μας έκαναν να ξεχειλίζουμε από όνειρα και ύστερα να απογοητευόμαστε στην ίδια ένταση. 
Το νόημα είναι ότι δεν υπάρχει νόημα, και η πρόκληση είναι να μάθεις να ζεις με αυτό. 
Δεν υπήρξε ανθρώπινη σχέση που να μην την μάτωσε, και αυτό το έβλεπε πέρα από μεμψιμοιρίες. Όχι ότι εκείνη ήταν σωστή και οι άλλοι σκάρτοι: πιο πολύ σκεφτόταν ότι είμαστε όλοι, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, μικρότεροι από τις ιδέες που σκαρφίζεται το κεφάλι μας, ταγμένοι στο τίποτα και ότι επιλέγουμε, στην μόνη βιωμένη πραγματικότητα που μας εγγυάται κανείς, περισσότερο να δυστυχούμε παρά να ευτυχούμε. (Τουλάχιστον όσοι συνεχίζουμε να ζούμε τις μέρες μας σε αυτόν τον κόσμο και όχι σε κάποιο άλλο, πες τον lifestyle, πες τον τρελόχαπα ή drugs με τις χούφτες, πες τον ψηφιακή ελαφρότητα).
Πλακώνουμε με προσδοκίες τους εαυτούς μας και τους άλλους, χρησιμοποιούμε τρίτους για να ικανοποιήσουμε προσωπικές μας απολαύσεις ή να εκτονώσουμε διάφορα συμπλέγματα.
Σκοτώνουμε έρωτες των άλλων κι αισθανόμαστε ανώτεροι, σκοτώνουμε ανθρώπους στην άλλη άκρη του κόσμου με όπλα που φτιάχνονται σε φιλήσυχες πολιτείες, σκοτώνουμε ανθρώπους στη γειτονιά μας από τη φτώχεια. Όλα μας τα σχήματα παραμένουν πυραμιδικά και εξουσιαστικά, ενώ τα καμουφλάρουμε έντεχνα με ευφημισμούς, μήπως και γίνει ο κωλότοπος που έχουμε φτιάξει ένα πιο φιλόξενο μέρος για να ζει κανείς.
Είναι σαν τους παλιούς κομμουνιστές που έβγαζαν Γενικό Γραμματέα, γιατί είχαν τάχα καταργήσει τους προέδρους, και οι Γ.Γ. κατέληγαν να σφάζουν τη μισή κεντρική επιτροπή. 
Ή σαν κάτι "αναρχικές" συνελεύσεις, που κάθεται κάποιος φαρδύς-πλατύς στο κέντρο και λέει "Μήπως θέλει κανείς άλλος να συντονίσει τη συζήτηση;", φυσικά κανείς δε μιλάει γιατί κανένας άλλος δεν έχει προετοιμαστεί να συντονίσει τη συζήτηση, και στο τέλος σκάει την προπαγάνδα του όπως την έχει προετοιμάσει. Ξέρετε γιατί λειτουργεί ο καπιταλισμός ακόμη; 
Γιατί θέτει ως κινητήριο μοχλό της παγκόσμιας κατάστασης το προσωπικό συμφέρον, που είναι ό,τι πιο απτό μπορεί να βρει κανείς, από τον μαλάκα της γειτονιάς του μέχρι τον πλανητάρχη.
Μπορεί τώρα βέβαια, να αισθάνεται κι αυτή χαλασμένη για όλα αυτά λόγω ενός εντελώς προσωπικού λόγου. Ίσως μάλιστα αυτός ο λόγος να είναι ότι μόλις την παράτησε ο σύντροφός της και τα βλέπει όλα ανώφελα. Αν γυρνούσε ίσως, ή εάν ερωτευόταν άλλον, όλα τα παραπάνω θα τα έβλεπε πολύ πιο χαλαρά. Όλο αυτό επιβεβαίωσε τις προηγούμενες σκέψεις της για τον ωκεανό των προσωπικών συμφερόντων στον οποίον έχουμε βουτήξει ομαδικά.
Τέτοια σκεφτόταν πριν την πρωτοχρονιά ενώ γυρνούσε προς το σπίτι και το κρύο ήταν απόλυτο. Στον κάδο απέναντι, είχαν ξεχειλίσει τα σκουπίδια από τις ετοιμασίες για τα οικογενειακά τραπέζια. Χαρτονένιες κούτες, εντόσθια και στο βάθος κάτι που ακουγόταν μεταξύ αναπνοής και αναστεναγμού. Ένας άνθρωπος ρε γαμώτο. Ένας άνθρωπος στα σκουπίδια.
"Μην ανησυχείς κοπέλα μου" ακούστηκε η φωνή ενός άλλου περαστικού "πρεζόνι θα 'ναι. Μέχρι να πάρεις ασθενοφόρο θα έχει ξεμαστουρώσει και θα έχει φύγει". Από έναν κοινωνικό αυτοματισμό, και χωρίς να συμφωνεί με ούτε μία λέξη από όσα άκουσε, γλίστρησε στις σκάλες σαν σκιά.
Όταν ανέβηκε στο σπίτι, άπλωσε ήσυχα τα ρούχα της και σιγά-σιγά, σαν σε ιεροτελεστία, άρχισαν να ακούγονται τα πυροτεχνήματα από κάθε άκρη της πόλης. 
Όλοι τους, οι αφελείς, οι αδίστακτοι, οι ήρεμοι, οι αναίσθητοι, οι ρομαντικοί, οι αγιογδύτες, οι πόρνες, οι μέτριοι, οι συγκλονιστικοί, εύχονταν "Καλή χρονιά!" με αγκαλιές και φιλιά. Άνθρωποι σαν εμένα κι εσένα. 
"Καλή χρονιά" ψιθύρισε στον εαυτό της και έκλεισε το φως. Τόσο διαφορετικά, τόσο ίδια. 

8.11.16

Σουλιώτης

Χτες αργά έγραφα ένα αφιέρωμα
στον παλιό μου δάσκαλο
τον Μίμη Σουλιώτη.
Ίσως γι'αυτό όταν πλάγιασα
ήρθε να με συναντήσει
με στριφτό ρολό στην τσέπη που τον βόλευε περισσότερο
και μουστάκια που κιντρίνισαν από τα χρόνια στο ταμπάκο
καρμπόν με του πατέρα μου.

Το είχε με τους ανθρώπους ο Σουλιώτης.
Άμα σ'έβρισκε μπόσικο
και άρπαζε μια λέξη σου
μία κίνηση ένα σπινθήρα
σου σκάρωνε ένα ποίημα
κι άντε να ξεμπερδέψεις μετά
από σκαμπροζιές και εντεκασύλλαβους

Έτσι και γω
Τον πρόφτασα στη διάρκεια διαλείμματος
Σ'ένα δωμάτιο στο αρχοντικό της οδού Αξιοθέας
να απομυζά μία ελιά τσακιστή
σα γυναικεία ρώγα

Και μόλις με καταλαβαίνει
παίρνει βλέμμα μωρού παιδιού
που πιάστηκε

Ενοχή χωρίς λόγο
σαν να κούρνιασε απόψε στα δικά μου γένια
στης μνήμης μου τις φύτρες.

6.11.16

Γιάννης και Μελίνα: άσκηση οπτικής

ΕΝΑΣ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ

Είναι έντεκα το βράδυ και γλιστράω από τα στενά στο λιμάνι για να απολαύσω τη βόλτα που, χωρίς σταθερή μέρα, χαρίζω μία φορά την εβδομάδα στον εαυτό μου. Είναι ο ιδανικός τόπος έτσι ώστε να περνάς διαρκώς από την απόλυτη μοναχικότητα στη φευγαλέα κοινωνικοποίηση. Με ένα ανάλαφρο περπάτημα, περνώ από ερασιτέχνες δρομείς και αφουγκράζομαι την ψυχική και σωματική τους κόπωση, στο απόλυτο κοντράστ με τους ερασιτέχνες ψαράδες, που χαζεύουν το στερεωμένο καλάμι τους, το άδειο καλάθι τους, την απεραντοσύνη του μαύρου σε όλες του τις αποχρώσεις, την ώρα που θάλασσα και ουρανός ίσα που ξεδιαλύνονται. 
Βλέπω δεκαπεντάχρονα αγόρια σε παρέες των τεσσάρων να χαχανίζουν σχολιάζοντας με κακόγουστο, ηχηρό χιούμορ, βλέπω επίδοξα ζευγάρια να περπατούν αντίθετα προς τα μένα, με εκείνη τη στοιχειώδη απόσταση μεταξύ τους, που μένει να διανυθεί, με εκείνη την κολοσσιαία αγωνία για το αν θα διανυθεί... 
Κι είναι σαν να κινούμαι εγώ αλλά εκείνοι να είναι κολλημένοι, σαν να γυρνώ στα εκθέματα κάποιου ζωντανού μουσείου. 
Κι είμαι εγώ και δεν είμαι εγώ.
Η βόλτα μου δείχνει να τελειώνει, αφού τα φώτα κατά μήκος του λιμανιού δίνουν τη θέση τους στο σκοτάδι. 
Ούτε που ξέρω πόσες θείες υπέρβαρες είδα να σέρνουν τα ανήψια τους σαν σακιά κάθιδρες, ούτε που ξέρω πόσες φίλες δύο-δύο πανέμορφες να ξαπλώνουν στην άκρη της προκυμαίας καπνίζοντας στριφτά τσιγάρα, κάνοντας απολογισμό των ζωών και των αποφάσεών τους.
Ούτε πόσους πλανόδιους πωλητές αναψυκτικών και ανόητων παιδικών παιχνιδιών, που με τα φώτα τους έκαναν εντύπωση μέσα στη νύχτα. 
Εν πάσει περιπτώσει, για μένα αυτή η διαδρομή πλησίαζε προς το τέλος.
Με μάγεψε ωστόσο μία φωνή που ερχόταν από το ημίφως, οπότε συνέχισα να κατευθύνομαι προς τα εκεί. 
Ήταν μία κοπέλα, όχι μεγαλύτερη από εικοσιτρία, και δίπλα της κάποιος έπαιζε κιθάρα. Όταν η γωνία του φωτός μου επέτρεψε να κοιτάξω καλύτερα προς το μέρος της, διαπίστωσα ότι η ομορφιά του προσώπου της ήταν εφάμιλλη, αν όχι ανώτερη, της ομορφιάς της φωνής της. Τραγουδούσε ακίνητη, μόνο οι ώμοι της κινούνταν ανεπαίσθητα με το τραγούδισμα των στίχων. Το κεφάλι της είχε μία ελαφρά κλίση προς τον ουρανό, σαν στάση αγάλματος. Οι γλυκιές και οι λάγνες σκέψεις εναλλάσσονταν μέσα μου, ενώ αυτόματα η αύρα μου κινήθηκε εχθρικά προς τον μουσικό της συνοδό: θα είναι η κοπέλα του, σίγουρα.
Με την ζωώδη, ανήθικη χροιά που μου γεννούσε ο πόθος σκέφτηκα: δεν της αξίζει αυτός ο χιμπατζής. Είμαι ανώτερός του. Αυτός είναι χαμένος, χωρίς αυτήν θα ήταν ένα τίποτα, ένα τίποτα που γρατζουνάει την κιθάρα του στο τέρμα του λιμανιού. Φθονώ την απέραντη τύχη του. Άσε που νομίζω πως όσο πλησιάζω προς αυτούς, η δικιά του μου χαρίζει κλεφτά βλέμματα. 
Τι να κάνω; Δε μπορώ ούτε να της μιλήσω. Από τη μία αυτός ο ασχημάνθρωπος δίπλα της, από την άλλη τραγουδάει, τραγουδάει συνέχεια και γω περπατώ και προσπερνώ, με κοιτάει την κοιτάω, τώρα, τώρα... 
Μία στιγμή που πέρασε. Η αδράνεια θρυμμάτισε την ένταση, ο ήχος από τα ψιλά μου αντήχησε στο καπέλο κι εγώ αποσύρθηκα σε ασύμβατο χρόνο και τόπο. 

ΜΕΛΙΝΑ

Δύο ώρες τραγούδι στο δρόμο δεν είναι το ίδιο με δύο ώρες τραγούδι στο μαγαζί. Στο μαγαζί οι άνθρωποι είναι ούτως ή άλλως προσηλωμένοι σε σένα, στο δρόμο αυτό το κερδίζεις, πρέπει να μαγνητίσεις πραγματικά κάποιον για να σταματήσει την κίνησή του και να σταθεί να σε ακούσει, πόσο μάλλον να σε πληρώσει. 
Ο Γιάννης λέει ότι το να δουλεύουμε έξω είναι χίλιες φορές καλύτερο από το να έχουμε τον κάθε γερο-μαλάκα να μας λέει τι να παίξουμε, πόσο να παίξουμε, πόσο κόσμο περιμένουμε και πόσο θα πληρωθούμε. Εδώ όλα εξαρτώνται από εμάς. Είναι μέρες που τον πιστεύω και είναι μέρες που το θεωρώ λάθος. 
Απόψε, ας πούμε, με τρία-τέσσερα ζευγαράκια να χρησιμοποιούν τη μουσική μας για soundtrack ενώ φιλιούνται στις απόμερες γωνίες, και με πέντε ευρώ και εβδομήντα λεπτά στο καπέλο, μου φαίνεται λάθος. 
Η ψύχρα έχει πιάσει και εγώ αισθάνομαι την ταλαιπωρία, αλλά δεν νομίζω ότι τη βγάζω στη φωνή μου. Δεν ξέρω αν συμβαίνει το ίδιο με τη μοναξιά, με την οποία δεν υπάρχει πρόβλημα αν εκφράζεται όταν τραγουδάω, αφού τα περισσότερα τραγούδια που λέμε είναι μελαγχολικά ή ταξιδιάρικα.
Νιώθω εγκλωβισμένη σε μία κατάσταση που βοήθησα να χτιστεί, τόσο καιρό τώρα. Ο αρχικός μου ενθουσιασμός για τον Γιάννη με τους μήνες ξεθώριασε, όπως όλα τα πράγματα που έχω ζήσει μέχρι τώρα κάτω από τον διαβρωτικό φακό του χρόνου. Βαριέμαι τις ανούσιες κοριτσοσυζητήσεις που πρέπει να κάνω όταν βρισκόμαστε σε κοινές παρέες, όπου πρέπει να κάνω την απώτατη ευτυχία να μοιάζει αληθινή, όταν απαντάω σε ερωτήσεις του στιλ "πώς γνωριστήκατε;". Βαριέμαι όταν ο Γιάννης απλώνει Κυριακή μεσημέρι τα πόδια του με τις καρό-πράσινο-κίτρινες πιτζάμες του και παίζει τις ίδιες και τις ίδιες μελωδίες. Βαριέμαι, ώρες ώρες, τον ίδιο μου τον εαυτό.
Ούτε που ξέρω τι τραγουδάω αυτή τη στιγμή, αλλά οι λίγοι παριστάμενοι δείχνουν να απολαμβάνουν ακόμη τον ήχο. Σε λίγο τα μαζεύουμε και φεύγουμε από εδώ.
Να όμως που εμφανίζεται ένας περαστικός, κοντοστέκεται παράξενα, με μία γλοιώδη φάτσα, που 'ναι σαν να γράφει στο μέτωπό του "πιστεύω ότι όσες τραγουδάνε στο δρόμο είναι πόρνες".Αυτό που με τρελαίνει περισσότερο είναι ότι πρέπει να του χαμογελάμε κιόλας επειδή αφήνει δυο δεκάρες, όλα γυρνάνε μέσα στο μυαλό μου με απίστευτη ένταση, θα του τα πω απόψε όλα, πρέπει να ξέρει, δεν με γεμίζουν τα όνειρά σου Γιάννη, δεν θα κρυφτώ, με έχει κουράσει η ψευδαίσθηση ότι έτσι πολεμάμε, αυτοί μας παίρνουν τη ζωή, εμείς τους παίρνουμε τα ψιλά και γελάμε Γιάννη, δεν νιώθω πια τίποτε ζεστό, δεν ξέρω ποια είμαι, αν με εκτιμώ, άντε γαμήσου Γιάννη.
Τελικά δεν είπα τίποτε απ'όλα αυτά μέχρι αργά το βράδυ. Ίσως αύριο. Ίσως αργότερα.

ΓΙΑΝΝΗΣ

Θα μπορούσα να παίζω και δωρεάν μόνο και μόνο για να την ακούω. Είμαστε μαζί και κάνουμε αυτό που αγαπάμε, οπότε το χρήμα δεν με απασχολεί, ποτέ δεν με απασχολούσε πραγματικά.
Η αλληλοδιαδοχή των θεατών μας, ο ήχος των παπουτσιών τους στην προκυμαία, το ελαφρύ αεράκι που η μουσική μας διαπερνά γλυκά, όλα δημιουργούν την απόλυτη αρμονία.
Λίγες είναι οι στιγμές όπως αυτή όπου η ζωή μου νιώθω πως έχει τέτοια ισορροπία, ενώ συνήθως μοιάζει με ένα σεντόνι που είναι μικρό, και όταν φτιάχνεις τη μία άκρη φεύγει από τη θέση της η άλλη. Τώρα όλα συνδέονται, όλα δένουν, κι έχεις βοηθήσει πολύ σ'αυτό.
Μελίνα που τραγουδάς με τα μαλλιά σου να ανεμίζουν πίσω.
Μελίνα που κλαις και θυμώνεις, Μελίνα που μετά με ψάχνεις.
Μελίνα που με αγαπάς με έναν αλλόκοτο, δικό σου τρόπο και το νιώθω.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν είναι προσποιητό.
Μαζεύω τις στιγμές και τις μελωδίες σαν ανεκτίμητα κομμάτια, βλέπω τους άνδρες που σε κοιτούν αλλά εγώ φουσκώνω περισσότερο γιατί είσαι δική μου και το ξέρω, είμαι τόσο σίγουρος γι'αυτό που πρέπει ο κόσμος να εξαπολύσει όλες του τις σκοτεινές δυνάμεις για να μας χωρίσει.
Σιγά σιγά, από το νυχτερινό τραγούδι σου ακούγεται κάποιο σ'αγαπώ, και είναι σαν να άκουσα όλα τα σ'αγαπώ του κόσμου. 

3.9.16

Θάνος Ανεστόπουλος: Δάσος και ερημιά, αυτή ήταν η ψυχή μου

Θάνος Ανεστόπουλος
(1967-2016)
Ξύπνησα αργά, μετά από βαθύ, λυτρωτικό ύπνο. Το πρώτο πράγμα που πληροφορήθηκα ήταν ότι ο Θάνος Ανεστόπουλος, ο γνωστός για την βαρύτονη, εκφραστική και σκοτεινή φωνή του τραγουδιστής του συγκροτήματος Διάφανα Κρίνα, έχει φύγει από τη ζωή. Και κάπως έτσι σίγησε η φυσική παρουσία σε αυτόν τον κόσμο, της πρώτης από τις μεγάλες μορφές της εφηβείας. 
Η μνήμη μου χτυπήθηκε από εκείνες τις εικόνες: νέα παιδιά που έτρεχαν να προμηθευτούν τον νέο δίσκο των αγαπημένων τους συγκροτημάτων με παράξενα ονόματα: Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι, Μια ματιά σαν βροχή,  Βουτιά από ψηλά, Θεατρίνοι, Κάτι σαράβαλες καρδιές, Ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές...
Φορούσαν τζιν και μαύρα ρούχα, έπαιρναν δύο και τρία λεωφορεία για να βρεθούν ώρες πριν το λάιβ να ακούσουν κάποια νέα μελωδία στο sound check, έκαναν μεγάλες συζητήσεις για τα νοήματα των στίχων, διαφωνούσαν έντονα μεταξύ τους, τα ξανάβρισκαν. Δεν ήταν βέβαια όλοι οι έφηβοι της γενιάς μου έτσι, αλλά αυτό το κύμα το θυμάμαι καθαρά. Η εφηβική θητεία μας σε εαυτό βοήθησε πολλούς από μας να ασχοληθούμε αργότερα με την λογοτεχνία, με τη μουσική ή με άλλες μορφές τέχνης. Ήταν η μουσική που μας ώθησε πρώτα απ'όλα να σκεφτούμε αν υπάρχει θεός πάνω από τα κεφάλια μας, και αν είναι αυτός που μας διδάσκουν οι αποστειρωμένοι σχολικοί θεολόγοι. Ήταν η "ελληνική ροκ" που μας κέντρισε να διαβάσουμε Ουράνη, Καρυωτάκη, Σεφέρη, όχι με τον υποχρεωτικό τρόπο της φιλολογικής εξέτασης, αλλά με τον βιωματικό τρόπο της μουσικής έκστασης. Αναπόφευκτα, όλοι οι άνθρωποι εκείνης της γενιάς εξελιχθήκαμε σε κάτι άλλο, όλο αυτό όμως το κουβαλάμε πάντα μέσα μας.
Ο Θάνος Ανεστόπουλος, στιχουργικά αλλά και ερμηνευτικά, εξέφρασε σε απόλυτο βαθμό τις μελαγχολίες, τις ποιητικές διαθέσεις και τις αναζητήσεις τόσων ανθρώπων... Από αυτήν την άποψη, το πέρασμά του από δω είναι κάτι που μέχρι την τελευταία του στιγμή θα έπρεπε να τον κάνει πολύ περήφανο, και νομίζω πως είχε αυτή την επίγνωση. 
Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν αυτό το καλοκαίρι στην συναυλία "Από τις ΡΙΖΕΣ ως τα ΑΝΘΗ του καλού". Τον συνόδευαν οι Γιάννης Αγγελάκας, Παύλος Παυλίδης, Γιάννης Νάστας, Nomik, Λίνα Πάβλοβα, Πρόδρομος Γιαγκόπουλος και Αναστάσης Πετρέλης δείχνοντας αυτήν ακριβώς την ενότητα στην σκηνή που έχτισαν τις τελευταίες δεκαετίες τόσοι καλλιτέχνες, μέσα από τη διαφορετικότητά τους.
Ο Θάνος πήγε στο τέλος να πει τον "Τελευταίο Σταθμό". Εκείνο το τραγούδι όταν το άκουγα μικρός έφριττα, συλλογιζόμενος για πρώτη φορά την έννοια του θανάτου. Στην πορεία, συμφιλιωνόμουν με αυτές τις βαθιές αλήθειες, επιδιώκοντας να συμβιβαστώ το φυσικό του πράγματος για εμένα και τους ανθρώπους που αγαπώ. Τώρα με πήραν τα κλάματα, γιατί σκέφτηκα ότι είναι πολύ διαφορετικό να τραγουδάς για την έννοια του θανάτου, από το να τραγουδάς για τον δικό σου θάνατο. Και κάπου μέσα μου έλεγα "μακάρι να μην είναι η τελευταία φορά που θα τον δω" αλλά ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία.
Και τώρα μόνο η μνήμη. 




29.8.16

Υγροί καρποί

Σαν άγαλμα της Περσεφόνης στη μέση κυκλοφοριακού χάους
Δεν θέλω ούτε να πω μια ιστορία
Ούτε να ρέουν ποτάμια με μάγμα οι εικόνες
Όλο αυτό έχει τόση σημασία
όσο ένα στρείδι που άνοιξε
γλυκά σε απροσδιόριστα βάθη
όσο δύο κορίτσια που κοιτάζονται μέχρι να μετατραπούν σε σταγόνες
και να κυλήσουν μαζί ως τον πυρήνα της γης
όπου τους περιμένει
μία στίξη
μία νιρβάνα
ένα καρφωμένο βλέμμα της λέαινας

Ίσως πάλι να έχει ίση σημασία
με τις πέτρες που λιώνουν ακανόνιστα
πριν συναντηθούν με την ιωνική άμμο
Ρίξε πηγαία σκέψη την επόμενη ζαριά
Άσε το παιχνίδι
να χύνεται στους αιώνες

Τώρα που καλοκαίρι
στα μαλλιά της φωλιάζουν
ελπίδες ανοξείδωτες σαν κράματα ήλιων

Τώρα που θυσιάζονται
όλα της γης τ'αγρίμια
καθώς τα χέρια της αναβλύζουν αλάτι

Τώρα ένα φιλί
που να μην προλάβει να γίνει χτες.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ