-->

8.10.15

Το ημερολόγιο του Αλμπέρτε Ρεμπορέδο Εσκουδέρο

Ξαναγυρνάει στη γραφή με τον τρόπο που θα σκάλιζε κανείς μία επουλωμένη πια πληγή. Ανασύρει χαράζοντας γράμματα όλες τις προηγούμενες εκδοχές του εαυτού του, εκπλήσσεται από το πόσα λίγα εφόδια κουβαλάει από εκείνες τις παρελθοντικές του διαστάσεις.
"Θα έπρεπε να το περιμένεις, το έλεγες από τα είκοσι, 'ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΞΥΠΝΑΩ ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ' κι εξακολουθείς να το προσπαθείς".
Πρέπει ευθύς εξαρχής να το παραδεχτούμε, ήταν στ'αλήθεια ένας περίεργος τύπος ο Αλμπέρτε. Όλη του η ζωή πλημμύριζε αντιφάσεις. Η τυχαία ορμή του σύμπαντος του όρισε να κλάψει για πρώτη φορά ένα ζεστό απόγευμα του Αυγούστου, ενώ τα κύματα παραιτούνταν ξεψυχισμένα στα βράχια της Γαλικίας. 
Η Λα Κορούνια ήταν το σπίτι του, αλλά μέσα του θαρρείς ότι υπήρχε ένα χρονόμετρο, που τον έκανε από καιρό σε καιρό να μην αντέχει την πόλη που τον γέννησε και τον διαμόρφωσε. Σε μια στιγμή δημιουργούνταν μέσα του μία ακατανίκητη επιθυμία για περιπλάνηση, για μέρες, μήνες, χρόνια.
Αυτό το κύμα τον οδηγούσε άλλοτε στην Κύπρο να παριστάνει τον φοιτητή ανταλλαγής, πότε στην Αργεντινή να δηλώνει λαντζιέρης, άλλοτε με ένα τουριστικό σάκο περιπλανώμενος στην Ιορδανία. Ασφαλώς, δεν τον ενδιέφεραν οι αφορμές των ταξιδιών, έσπαγε πλάκα και με τις δουλειές του ποδαριού, και με τις ακαδημαϊκές σπουδές, και με ό,τι άλλο σκαρφιζόταν για να εξαφανίζεται. 
Σας μίλησα ήδη, θαρρώ, για τις αντιφάσεις του. Άλλοτε του δημιουργούσαν μία ενδόμυχη ενοχή, ενώ άλλες φορές τις χαιρόταν. Πως αλλιώς μπορείς να τον χαρακτηρίσεις λοιπόν;
Γυρνούσε συχνά μεθυσμένος με μαεστρικό τρόπο κατά το ξημέρωμα, φορώντας ένα παλιό σαλβάρι και ένα διαφημιστικό μπλουζάκι που ούτε θυμόταν πώς είχε πέσει στα χέρια του. Τα γένια του μεγάλωναν ακανόνιστα, χαρίζοντάς του μία αγριότητα ναυαγού κι ένα μυστήριο διανοούμενου του δρόμου. Όποτε θυμόταν να ξυριστεί, πράγμα που μπορεί να συνέβαινε ανά δύο ή τρεις μήνες, εμφανιζόταν στο πρόσωπό του, ειδικά όταν χαμογελούσε, η εικόνα ενός μικρού ξέγνοιαστου παιδιού. 
Μετά από ζαλισμένες περιπλανήσεις και αρκετές αναπάντεχες συναντήσεις, έφτανε στο κατώφλι του σπιτιού του, κι έριχνε καμία φορά μία κλεφτή ματιά στη μαρμάρινη πλάκα που είχε στήσει από χρόνια ο δήμος: "Το σπίτι αυτό, χτισμένο με αραβικές αρχιτεκτονικές επιρροές, ήταν το σπίτι του θαλασσοπόρου Bartolomeu Reboredo Sandino". 
Για έναν ξένο, αυτό το σπίτι πλησίαζε τα όρια του μαγικού. Οι υπέροχες καμάρες στις πόρτες και τα παράθυρα, η σκάλα με τις πλάκες που είχαν λιώσει γλυκά από το χρόνο και έγιναν ομορφότερες, μα πάνω απ'όλα η οροφή από γυαλί στο σαλόνι, που άφηνε τα μάτια σου να θαυμάσουν οποιαδήποτε ώρα τον ουρανό της Γαλικίας, και τα θαλασσοπούλια που τον έσκιζαν ολημερίς. 
Για τον Αλμπέρτε, αυτό ήταν απλά το σπίτι. Δε νομίζω να είχε καμία διαφορά για εκείνον το να γυρνούσε να κοιμηθεί σε κάποια σπηλιά. Και το λέω αυτό με τη σιγουριά που μου δίνει το παρελθόν του, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε κοιμηθεί σε παραπήγματα ή σε ένα φιλόξενο μαλακό γρασίδι που του καλάρεσε. 
Αυτή όμως δεν ήταν μία από εκείνες τις βραδιές. Ένα παλιό ξύλινο γραφείο και μία ολόλευκη σελίδα τον περίμενε, σαν μία οπτασία στο βάθος του δωματίου. 


13/8
"Πάνε χρόνια. Δε μπορώ να πω ότι δε γνωρίζω τον λόγο για τον οποίο ούτε καν σκέφτηκα να πιάσω την πένα μου να γράψω κάτι. 
Δε λέω, ξεκινώντας τη συγγραφή ξετυλίγεις τόσα πολλά νήματα σκέψεων, που καταλήγεις να μιλάς για χίλιες δυο μαλακίες. 
Για μένα ωστόσο, δύο πράγματα ήταν αυτά που με καλούσαν όπως η Γη και η Σελήνη να συγχρονίσω τις σκέψεις μου, να προσηλωθώ και να χαθώ στη γραφή: ο έρωτας και η επανάσταση. 
Κι είναι αλήθεια, γράφοντας τη μία λέξη πλάι στην άλλη, δεν ξέρω πια με ποια να πρωτογελάσω. 
Άλλος μπορεί να πει ότι αυτή μου η μεταστροφή είναι κάτι που έρχεται φυσιολογικά όσο κανείς μεγαλώνει, αλλά αν εμένα κάτι με τρελαίνει, αν υπάρχει κάτι που το σιχαίνομαι όσο τίποτε άλλο, είναι η περιδιάβασή μου σε αυτό που η προϋπάρχουσα κοινωνία μου όρισε ως κανονικό.
Για μένα η τόλμη, η ελευθερία, η περιπλάνηση, ο χωρίς κανόνες και προϋποθέσεις έρωτας, ο διαρκής πόθος του να τα θέλουμε όλα όλοι μαζί, δεν είναι καπρίτσια μίας συγκεκριμένης ηλικίας, μία παιδική αρρώστια από την οποία άλλοι γρηγορότερα και άλλοι αργότερα θεραπεύονται. 
Είναι πορεία ζωής, ή μάλλον η πεμπτουσία της ίδιας της ζωής. 
Κάποιοι ίσως λένε ότι δεν είμαι αρκετά μεθοδικός, ότι χαραμίζω καλές ιδέες σε ένα φτωχό πρόγραμμα, ότι αντιμετωπίζω τη ζωή όχι ως ένας σοβαρός χτίστης, αλλά ως ένας τουρίστας που συλλέγει εντελώς ασύνδετα και μικρά πράγματα, όπως ένα κοχύλι που θα μαζέψω από μία παραλία για να το φορέσω στο λαιμό της γυναίκας που θα αγαπήσω (και ίσως κάποτε να την ξεχάσω). 
Έχω συνηθίσει έτσι, με ορίζει αυτός ο τρόπος του να βολτάρω τη ζωή. 
Κι αναρωτιέμαι αλήθεια, γιατί η δική τους εκδοχή να πιστεύουν ότι έχει μεγαλύτερο μερίδιο στην αθανασία από τη δική μου; 
Εγώ λέω ορθά-κοφτά, καλύτερα να μαζεύεις εμπειρίες παρά χρήματα ή αντικείμενα. Κάθε μέρα στο δρόμο βλέπω θάλασσες κόσμου που ξυπνούν, κοιμούνται, γεννιούνται και πεθαίνουν με μία μανιώδη αναζήτηση επιβίωσης, επέκτασης ή πλουτισμού. 
Ίσως να πεις, υποθετικέ μου αναγνώστη, ότι έχω αυτή τη στάση για τη ζωή γιατί γεννήθηκα από μία εύπορη οικογένεια, γιατί ποτέ δε μου έλειψε κάτι στ'αλήθεια και πως θα είχα εντελώς διαφορετικά μυαλά αν από τύχη είχα γεννηθεί σε κάποιο από τα χωριά του Lugo. 
Δε θα παρεξηγηθώ από τον συλλογισμό σου, κάθε άλλο. Απλώς θα σου πω ότι η στάση ενός ανθρώπου απέναντι στο χρήμα δεν είναι προδιαγεγραμμένη ανάλογα με την προέλευσή του. 
Εγώ γεννήθηκα στον πλούτο και τον περιφρονώ συστηματικά σε όλη μου τη ζωή, ενώ κάποιος γεννημένος φτωχός μπορεί να το προσκυνάει σε όλη του τη ζωή. Το πρώτο όμως είναι αυτό που κατά κύριο λόγο σκανδαλίζει τους ανθρώπους.
Σε όλη την παιδική μου ηλικία αδιαφορούσα για οποιαδήποτε συζήτηση οικονομική. Ήμουν αλλεργικός στους δείκτες και τους όρους της, πίστευα πως υπάρχουν απείρως σημαντικότερα πράγματα από το να αφιερώνεις χρόνο σε επινοημένα εργαλεία αν είναι να ξεχνάς την ίδια τη φύση, τους ίδιους τους ανθρώπους.
Μετά το σχολείο, χωρίς να το καταλάβω και χωρίς να καταβάλλω ουσιαστική προσπάθεια, βρέθηκα στο πανεπιστήμιο να σπουδάζω... οικονομολογία.
Πήρες λοιπόν μία γεύση σχετικά με μένα: είμαι αυτός που οι σκέψεις κυλάνε σαν ποτάμια στο μυαλό του αλλά δε θα τις οργανώσει ποτέ αυστηρά, είμαι ο πλούσιος που δε θέλει να βλέπει φτωχούς, είμαι ο ερωτικός που ο έρωτας του γλιστράει σαν άμμος από τα χέρια. Είμαι ο Αλμπέρτε, ο περιπλανώμενος, ο χάρτινος. 
Και με τον ίδιο κατηγορηματικό τρόπο που δηλώνω όλα αυτά, είμαι ικανός αύριο το πρωί να τα διαψεύσω."
Ολοκλήρωσε το γράψιμο τονίζοντας τις τελευταίες αυτές λέξεις, ενώ τράβαγε μία αδέξια οριζόντια γραμμή, σαν να ήθελε να ξορκίσει τις ίδιες του τις σκέψεις..
Ψαχούλεψε βιαστικά την τσέπη του, κι έβγαλε το ταμπάκο του από μία μικρή, πλεχτή κασετίνα. Από ένα μικρότερο τσεπάκι από πίσω, ένα κομμάτι κάνναβης που θρυμμάτισε γρήγορα και πέταξε στο στριφτό του. 
Ενώ κάπνιζε, έριχνε κλεφτές ματιές στο κείμενό του. Του άρεζε να βλέπει τις γραμμές με τα κεντητά γράμματα, απομονώνοντας την προσοχή του σε σκόρπιες προτάσεις.
Κάποιο αυτοκίνητο πέρασε από το δρόμο κι είχε στο ραδιόφωνο τραγούδια κλασικής κιθάρας. Ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο γραφείο και έγειρε το κεφάλι. Σε δευτερόλεπτα είχε αποκοιμηθεί. 

14/8
"Η πολιτική σήμερα είναι ένα κέλυφος που έχει τοποθετηθεί σε ένα περίοπτο σημείο, αλλά δεν υπάρχει πια κανείς που να θυμάται ότι αυτό το ωραίο έκθεμα υπήρξε κάποτε ζωντανό. Αυτή η διαπίστωση γίνεται από την πόλη μου, μέχρι τη χώρα και ολόκληρη την ήπειρο.
Αντιπροσώπευση. Αφηρημένα προγράμματα. Κατευθυνόμενα μέσα. Εκβιασμοί και ψεύδη, ελπίδες ανατροπών και διάψευση ελπίδων, συμβιβασμοί, συμφέροντα που πλακώνουν ακόμα και τις καλύτερες προθέσεις, αυτό είναι το κάδρο της σημερινής δημοκρατίας στην Ισπανία και αλλού. 
Η αλλαγή στις δομές είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Δεν αρκεί πια να δίνουμε το μερίδιο της πολιτικής ισχύος που αναλογεί στον καθένα μας σε "ειδικούς", ιδιαίτερα όταν αυτοί έχουν αποδείξει ότι μετράει περισσότερο η "επικοινωνία", παρά το έργο. 
Αν αυτό που σκέφτομαι μαζί με άλλους είναι ουτοπικό; Ασφαλώς, αλλά όλα τα μεγάλα πράγματα ήταν ουτοπικά μέχρι να βρεθεί ο τόπος και ο χρόνος να πάρουν σάρκα και οστά. 
Δεν αγχώνομαι αν θα προλάβω να το ζήσω ή όχι, αλλά θα το προσπαθήσω μέχρι να φτύσω αίμα"

17/8
"Μεσολάβησαν νύχτες. Ήταν το αλκοόλ, τα ιδρωμένα κορμιά και η καλοκαιρινή, καλαμωτή επένδυση. 
Άνδρες και γυναίκες που πάνω στο μεθύσι τους ορκίζονταν ότι είναι χάλια αλλά είχαν μονίμως καρφωμένο το χαμόγελο στα χείλη, ορκίζονταν ότι σ'αγαπούν και ότι δεν θα σε αφήσουν με τίποτε να φύγεις από κει, μαζί, πάμε πάλι, απότομες κινήσεις ζάλης σαν να αλλάζεις διάσταση, έφυγα, ναι, κι'εγώ, αύριο..."

18/8
"Έχω μία πρόταση καρφωμένη στο κεφάλι μου μήνες και δε λέει να μ'αφήσει. Περισσότερο ήρθε και με βρήκε παρά τη σκαρφίστηκα: "Να καίγεσαι μέχρι την έκρηξη". Περίπου όπως τ'αστέρια που γίνονται ολοένα και πιο λαμπερά, που μεγαλώνουν και εκπέμπουν όλο και πιο δυνατά πριν χαθούν.
Περίπου όπως τ'αστέρια πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, λέω. Να χτυπιούνται από αγωνία, να γυρνάνε πάνω-κάτω τον πλανήτη, να γοητεύονται και να απογοητεύονται μέχρι το μεδούλι, να παίρνουν και να περνούν γνώση, να στροβιλίζονται και να σβήνουν με την έκρηξη που θα σηματοδοτήσει η εκκωφαντική σιωπή τους. 
Διάολε! Αν ο θάνατος είναι η φυσική μας ροπή, ας ζήσουμε έτσι, παρά να λιμνάζουμε ως αιώνια σκόνη στα υπόγεια του σύμπαντος."


Μία από τις δυνατότερες προσωπικές του εμμονές ήταν οι τέλειοι άνθρωποι. Άνθρωπος και τέλειος δεν πάνε μαζί, όπως η φωτιά με το νερό. Του ήταν απείρως ευκολότερο λοιπόν να αποδεχτεί και να αγαπήσει κάποιον που χάνει την αξιοπρέπεια ή τη λογική του από έρωτα, κάποιον που σωριάζεται ζαλισμένος απ'τις καταχρήσεις του, ή ακόμη έναν μικροπαραβάτη της γειτονιάς, παρά εκείνους που έβγαζαν την εικόνα του τέλειου ανθρώπου. 
Να φταίει η βαθιά ενδοσκόπηση στον ψυχισμό του είδους του, ή η βέβαιη απέχθεια προς την τωρινή κοινωνία και τα είδωλά της; Μάλλον και τα δύο. 

20/8
"Ψάχνω τον Φίττι. Από οχτώ χρονών παιδιά είχαμε ένα παράξενο τρόπο να επικοινωνούμε, σφυρίζοντας με μία δική μας πατέντα. Αν άκουγε κάποιος εκείνο το σφύριγμα, θα έλεγε ότι προέρχεται από κάποιο παράξενο τροπικό πουλί, αν και αμφιβάλλω να υπάρχει πλάσμα στη γη που να ακούγεται με τέτοιο τρόπο. Πάντως με το ηχητικό αυτό σινιάλο, μπορούσαμε να βρεθούμε ακόμα και από απόσταση χιλιομέτρων. 
Αυτή η αθώα πλάκα της γειτονιάς, μετεξελίχθηκε σε ένα δικό μας κώδικα. 
"Είσαι εκεί;" 
"Είμαι εδώ"
"Πλησιάζεις;"
"Έρχομαι"
ανάλογα με το πόσο κοντά ή μακριά ακουγόταν ο ήχος."

Αυτό το παιδικό αστείο θα τους έσωζε δεκάδες φορές όλα αυτά τα χρόνια από παγίδες, ενέδρες, καυγάδες, πάσης φύσεως άσχημα στριμώγματα. 
Κάθε φορά που ο ένας έβρισκε τον άλλο σφυρίζοντας, ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολη ήταν η κατάσταση που βρισκόταν μπροστά τους, χαμογελούσαν σαν οκτάχρονα που ξαναβρίσκονταν στην αλάνα. 

21/8
"Το σφύριγμα δε μπορεί να φτάσει μέχρι τη Βραζιλία. Αυτή τη φορά πρέπει να το αποδεχτώ ότι είμαι μόνος. Δεν έχω κανένα παράπονο από τον Φίττι, αυτός είναι εθισμένος στην περιπέτεια περισσότερο από ότι εγώ, μόνο που αισθάνομαι ότι δεν έχω την ίδια οικειότητα όταν περπατάω τους κοινούς μας δρόμους. Η Πιλάρ χάνεται κι αυτή, αλλά μέσα στην πόλη. Νιώθω χτυπημένος από αυτή την διάθεση των ανθρώπων να ξεχωρίζουν τις τροχιές τους, αλλά πλέον γνωρίζω τον εαυτό μου και είναι το καθοριστικό βήμα για να μάθω τους άλλους. Οι λέξεις, οι αναμνήσεις, η περιπλάνηση. Πρέπει να φύγω."

1 σχόλιο:

  1. Τι μου θύμησες ρε μπου (ξανά και ξανά). Ο δρόμος μας καλεί

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ