20.2.14

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, ένα κείμενο με αφετηρία τις «ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ [Α]» της Ειρήνης Καραγιαννίδου.

Εκφωνήθηκε στο Μουσείο Φωτογραφίας, στις 14/2/2014, στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Οι τέσσερις εποχές του [Α]»

Το να γράφεις ερωτική ποίηση, σε οποιαδήποτε εποχή, σε οποιοδήποτε επίπεδο και ύφος, είναι μία από τις εκφράσεις του ανθρώπινου τραγικού. Προϋποθέτει έναν άνθρωπο φορτισμένο με τέτοιο τρόπο, που να μπορεί να αναμετρηθεί με τα πολλαπλά πρόσωπα μίας απουσίας. Εύκολα θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: «Είναι απαραίτητο η ερωτική ποίηση να απευθύνεται σε κάτι απόν; Δεν είναι, μήπως, δυνατόν να υμνηθεί ο έρωτας, με όλες τις εντάσεις και όλες τις χαρές του, ως μία κατάφαση, ως μία γιορτή  που υμνείται και αποτυπώνεται στο χαρτί;»
Η απάντηση είναι ότι από τη στιγμή που ένα ερωτικό υποκείμενο εισάγει τον εαυτό του στη διαδικασία της συγγραφής, αγκαλιάζει μόνο ένα από τα πολλά πρόσωπα του έρωτα. Για να το αντιληφθούμε αυτό στην πλήρη ουσία του, πρέπει να ανατρέξουμε στην αρχαία ελληνική θεώρηση που δίνει στην πανανθρώπινη αυτή έλξη πολλά πρόσωπα: Ο Έρως, ο Αντέρως, ο Ίμερος, ο Πόθος, ήταν θεότητες- έννοιες που αντανακλούσαν τις διαφορετικές αποχρώσεις μίας ενιαίας τροχιάς.


Η περί έρωτος ποίηση είναι αναγκασμένη να λειτουργεί εντός των ορίων του Πόθου, δηλαδή να απευθύνεται σε κάτι που όσο διαρκεί η γραφή δεν βρίσκεται εδώ. Για να υπάρξει το κείμενο, προηγείται εκείνη η ψυχοφθόρος διαδικασία όπου το προσωπικό πρέπει να φιλτραριστεί και να περάσει μέσα από μία γλώσσα, μέχρι να γίνει κοινωνικό και να λυτρωθεί, να δικαιωθεί.
Ο Ρολάν Μπαρτ διατύπωσε μία πολύ εύστοχη σκέψη, την οποία παραθέτω: «Ο ερωτικός λόγος χαρακτηρίζεται σήμερα από μιαν άκρα μοναξιά. Το λόγο αυτό τον μιλούν χιλιάδες υποκείμενα (ποιος ξέρει, άραγε;), αλλά δεν τον στηρίζει κανείς.»
Αλλά και ο Μπατάιγ: «Η "επικοινωνία" δεν λαμβάνει χώρα παρά ανάμεσα σε δύο διακυβευόμενα όντα- σπαραγμένα, μετέωρα, που κρέμονται το ένα και τ' άλλο πάνω απ' το μηδέν τους.»
Ο ερωτικός λόγος δεν είναι παρά μία αγωνιώδης απεύθυνση στον δέκτη του περίπλοκου αυτού φαινομένου, και όταν αυτός γίνεται λογοτεχνία, μοιράζεται σε όποιον έχει την ευαισθησία και την φαντασία να ακολουθήσει αυτόν τον ιδιαίτερο ειρμό.
Οι άνθρωποι πάντα ένιωθαν την ανάγκη να αποτυπώσουν τις επιθυμίες και τα συναισθήματά τους: ακόμη και οι συντηρητικότερες και πιο παραδοσιακές κοινωνίες έχουν αφήσει τα δικά τους ερωτικά κείμενα. Σήμερα όμως, στην εποχή που οι κοινωνικές εξελίξεις έχουν γκρεμίσει προκαταλήψεις και ταμπού, που ο βαρύς πέλεκυς της ηθικολογίας δεν περιορίζει πλέον τον ερωτικό λόγο, σήμερα που τα περισσότερα τραγούδια μας είναι –ή παριστάνουν- τα ερωτικά, σήμερα που μεγάλο μέρος του κινηματογράφου και των θεατρικών παραστάσεών μας κινούνται γύρω από αυτόν, που τα γράμματα και οι τέχνες μας αναγνωρίζουν τον έρωτα ως βασικό πυλώνα της ύπαρξής τους, γιατί ο λόγος αυτός να είναι μοναχικός;
Ας πάμε στο ειδικότερο σήμερα: Η ημέρα 14 Φεβρουαρίου θα ήταν οποιαδήποτε άλλη Παρασκευή, εάν δεν είχαμε καθιερώσει την κοινή σύμβαση να την αφιερώνουμε, περισσότερο από τις άλλες, στον Έρωτα. Η μέρα αυτή, όπως οι περισσότερες γιορτές και επέτειοι, έχει λάτρεις κι εχθρούς, όμως σε όποια από τις δύο ομάδες ανθρώπων και αν ανήκουμε, τοποθετούμαστε σε σχέση με αυτόν, οριζόμαστε αναπόφευκτα. Πόσο εκκωφαντική είναι η ηχώ ενός πράγματος που η κοινωνία συζητάει τόσο πολύ και τα άτομά της δυσκολεύονται τόσο να το βρουν ή να το εκφράσουν;
Πάει να πει, είσαι φτιαγμένος γονιδιακά να βιώσεις τον Έρωτα-αίσθημα και τον Έρωτα-ένστικτο, και αντί γι’αυτό βιώνεις τον Έρωτα-εμπόρευμα και τον Ναρκισσισμό που σου επιβάλλει η αποθέωση του κάθε μικροεγωϊσμού. Ούτως ή άλλως, ο ατομικισμός βρίσκεται δυνατότερος από ποτέ, σε όλες τις μορφές του κοινωνικού βίου.
Για να περάσουμε από το εγώ στο εμείς, πρέπει να είμαστε σε θέση να πούμε πρώτα: «εμείς οι δύο». Αυτό είναι το πρώτο και θεμελιώδες βήμα του κοινωνικού.
Όμως, δυστυχώς, δεν αρκεί αυτό. Για να μπορέσεις να υπάρξεις ερωτικά πρέπει να είσαι έτοιμος να εκτεθείς, να νιώσεις πανίσχυρος την μία στιγμή και ευάλωτος την άλλη, να πυρακτωθείς, να βγεις από την μορφωτική, οικονομική και κοινωνική σου τάξη, να νιώσεις το σώμα, την σκέψη και την ψυχολογία ενός άλλου ανθρώπου ως προέκταση της δικής σου.
Αντιλαμβάνεστε πόσο δύσκολος είναι ο ρόλος ενός ανθρώπου, ο οποίος έχοντας όλη αυτήν την φόρτιση, βρίσκεται μόνος μπροστά σε μία άδεια σελίδα χαρτί και γράφει «για εσένα»
Ο άνθρωπος αυτός, μπορεί να μας είναι γνωστός ή άγνωστος. Μπορεί να έχει ενδιαφέροντα που συγκλίνουν ή αποκλίνουν από τα δικά μας. Όμως από τη στιγμή που εισερχόμαστε στην αναγνωστική εμπειρία του ποιητικού κειμένου το οποίο καταθέτει, γινόμαστε συμμέτοχοι στις ζωηρές εικόνες που μας γεννάει, ταυτιζόμαστε με τις ιδέες και τα πάθη του. Το κείμενο δεν είναι παρά η αποτύπωση ενός μηνύματος αγωνίας σε ένα τοίχο, στον οποίο περαστικοί  σταματάμε και αποκωδικοποιούμε με ένα δικό μας τρόπο, την ανάγνωση.
Η ποίηση της Ειρήνης Καραγιαννίδου εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για πολλούς λόγους: καταρχήν, επιχειρεί να αρθρώσει μία ποιητική λέξη επίκαιρη. Δεν περιορίζεται σε συναισθηματικές εξάρσεις και σε μία καταγραφή ασύνδετων μεταξύ τους σκηνών. Θέλει να δημιουργήσει στίγμα, διακριτό ύφος, κάτι που αποτελεί ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας στο χώρο των γραμμάτων.
Δεν χαράσσονται στην μνήμη μας τα ωραία ποιήματα μόνο ως αυτόνομα κομμάτια τέχνης, αλλά και ο ξεχωριστός τρόπος που ο κάθε ποιητής δημιουργεί το δικό του σύμπαν. Το πρώτο βήμα της Ειρήνης Καραγιαννίδου στην ποίηση, δείχνει να αντιλαμβάνεται αυτήν την λεπτή διαφορά.
Κατά δεύτερο λόγο, η ερωτική γραφή της ποιήτριας είναι ξεκάθαρα θηλυκή. Νομίζω ότι σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σταθούμε. Η γυναικεία ταυτότητα, όπως και σε κάθε στιγμή τις τελευταίες δεκαετίες, βρίσκεται σε μία διαδικασία δυναμική, ευμετάβλητη. Τα στοιχεία της παραδοσιακής της παρουσίας σε αυτό που κάπως γενικευτικά ονομάζουμε δυτικό κόσμο  ξεθωριάζουν, και η γυναίκα μαζί με την πορεία της προς την πολιτική, κοινωνική και εργασιακή ισότητα ξεκλειδώνει έναν ακόμη χώρο που έδειχνε να αφορά κυρίως την ανδρική σφαίρα: μιλώ για τον ερωτισμό, που παρείχε ελευθεροστομία στους άνδρες συγγραφείς, αλλά ήταν δυσκολότερο να προσεγγιστεί από τις γυναίκες. Όταν όμως αυτό συνέβη, προσέφερε στους αναγνώστες και στην κριτική ένα πολύ ενδιαφέρον πεδίο, αυτό της θηλυκής οπτικής της σεξουαλικότητας.
Το γεγονός αυτό καλείται να διαλύσει μία ακόμη από τις στερεότυπες αντιλήψεις σε σχέση με τα δύο φύλα: η τυπική μορφή ενστικτώδης άντρας-συναισθηματική γυναίκα αποδείχτηκε μία φενάκη αφού κατά τη διάρκεια της πορείας προς τη γυναικεία χειραφέτηση ξεκαθαρίστηκε πως όσο η γυναίκα μπορεί να οδηγείται και από το ένστικτό της, τόσο μπορεί και ο άνδρας να είναι συναισθηματικός.
Ακολουθώντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής της, η Ειρήνη Καραγιαννίδου παίζει με τον Έρωτα ψυχών και σωμάτων, έτσι που τα δύο παρουσιάζονται αδιαίρετα, απαλλαγμένα από την αχλύ του χυδαίου.
Μερικά παραδείγματα:
«Να γευτούμε λίγη άλμη
Αυτήν
-που με περισσή ακρίβεια
Στοιβάζουν τα δάκρυα
Στις αλυκές του μυαλού-
Και μετά να βυθιστούμε
Στην άλλη
-αυτή των φιλιών
Τη μη χορτασμένη-»

Λίγο παρακάτω:
«Κι όπως κοιμάσαι
Απατώντας με κύματα
Σου μιλώ σαν να σε ξέρω
Επειδή μοιάζεις στην ψυχή μου
-θαρρώ-
Κατάφωρα εμπλεκόμενη
Σε αιχμηρές περιπλανήσεις.»
Ένα ακόμη στοιχείο που δεσπόζει στις «Τέσσερις εποχές του Α» , είναι οι ζωηρές αντιθέσεις, που, όπως μας δίδαξαν οι υπερρεαλιστές , δημιουργούν νοηματικές εκρήξεις που υπερβαίνουν τα στενά πλαίσια της αληθοφάνειας και ελευθερώνουν τον μαγικό κόσμο των εικόνων-συμβόλων.
Κάποια από αυτά τα ζεύγη που είναι διάσπαρτα στο ποιητικό σώμα είναι «άηχα φιλιά», «λουλούδια από σκάγια», «υπόκωφη βοή», «το χρώμα του αίματος στο κύμα».
Η θεματολογία των ποιημάτων της συλλογής δεν είναι υπόθεση εύρους αλλά βάθους: ενώ η όλη σύνθεση μοιάζει μονοθεματική, στην πραγματικότητα μας προσφέρει πολλά διαφορετικά επεισόδια του ίδιου φαινομένου: ο αγώνας του ερωτευμένου ενάντια στη φθορά. Η αναμονή. Η ένωση. Τα άγχη και οι προσδοκίες, όλα δεμένα μεταξύ τους  σαν ψηφίδες που αν δεν συνταιριαστούν, δε μπορούν να δημιουργήσουν την πολύτιμη ευρύτερη εικόνα.
Μία από τις τεχνικές οι οποίες μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση στις «Τέσσερις εποχές του Α», είναι η χρήση της σιωπής. Η σιωπή σε όλες τις μορφές τέχνης, είναι κι αυτή υλικό αξεπέραστης ποιότητας, που όταν δουλευτεί σωστά, με εναλλαγές δράσης και ήχου, μπορεί να δυναμώσει εικόνες, εντυπώσεις και συναισθήματα. Ας μην ξεχνάμε ότι η σιωπή στη μουσική είναι και αυτή μέρος της σύνθεσης, και στην δραματοποίηση μπορεί να βαθύνει τις λέξεις που προηγούνται ή έπονται.
Παραθέτω λίγους στίχους από το ποίημα «Μίλα μου»
Πως γράφεται η σ η ο π ί ;
Κάτω απ’την παντιέρα σου
Τυλιγμένη η γλώσσα
Βουβή καμπάνα
Κορωμένη από φωτιές»
Συμπερασματικά θα ήθελα να πω ότι ποιητικές προσπάθειες όπως αυτή για την οποία συγκεντρωθήκαμε απόψε είναι όχι μόνο αξιέπαινες, αλλά και αναγκαίες για τον λογοτεχνικό ορίζοντα της πόλης μας, γιατί συνδιαμορφώνουν μία γενιά νέων δημιουργών που επιδιώκουν να δώσουν καινούριους προσανατολισμούς σε θέματα που απασχολούν εδώ και αιώνες την καλλιτεχνική δραστηριότητα, να δουλέψουν με διαφορετικό τρόπο τα αρχέγονα υλικά της ανθρώπινης αγωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ