Σπόρος είχα βρει στην βιβλιοθήκη της μητέρας μου ένα μικρό βιβλιαράκι ανάμεσα σε σκονισμένες εγκυκλοπαίδειες και παλιά αξιολύπητα ακαδημαϊκά βοηθήματα του Αριστοτελείου.
Στο εξώφυλλο ήταν μία γυναίκα μπροστά στα σύρματα, μία γυναίκα με ύφος που μου φάνηκε θλίψης και απόγνωσης μαζί, και τίτλο "ΤΡΙΑ ΚΛΙΚ ΑΡΙΣΤΕΡΑ".
"Η ζωή μας είναι σουγιαδιές
σε βρώμικα αδιέξοδα
σάπια δόντια ξεθωριασμένα συνθήματα
μπάσσο βεστιάριο..."
Λίγο πιο πέρα συλλαβίζω
"Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά..."
γυρίζοντας πάλι σελίδες
"Σ'αρέσουν οι εκλογές κοσμάκης λόγος χαβαλές
σου φαίνεται σπουδαίο που ψηφίζεις, ανταριάζεσαι και ρωτάς
Τι θα κάνουμε φέτο
και μετανιώνεις που ρωτάς αλλά έχεις μια ανάγκη μια οποιαδήποτε
απάντηση
και γω σου λέω το Κ.Κ. ρε μάνα! Το Κ.Κ. και ντρέπουμε..."
"Οι αστυνόμοι παγιδευμένοι απ'το περίστροφο
οι γυναίκες απ'το φύλο τους
η δικαιοσύνη απ' τους νόμους
οι οργανώσεις απ'τις φράξιες
οι γιατροί απ'τα ηλεκτροσόκ
Ναι. Να πάμε στο Ίλιον το βράδυ
Οι ήρωες εκεί έχουνε κόκκινα μάγουλα
και πάντα νικάνε στο τέλος"
κι άλλες σελίδες κι άλλες γραμμές
"Εδώ, τα ίδια. Κρύβονται στο καβούκι τους οι άνθρωποι.
Τα Κ.Κ. είναι δύο και χιλιάδες οι ερμαφρόδιτοι "επαναστάτες"
"Σύντροφε που δεν πρόδωσες
ζούμε τη βαρβαρότητα"
Κι ούτε πίστεψα ποτέ, ότι ένα ανήλικο αγόρι με αστικές καταβολές, που δεν του είχαν μιλήσει μέσα σε ένα τρυφερό οικογενειακό περιβάλλον ποτέ για το τι σήμαιναν όλα αυτά που είχα διαβάσει, δεν το πίστεψα ποτέ όταν ξανάβαλα το βιβλιαράκι πίσω στη γωνιά του σαν να άνοιξα το κουτί της Πανδώρας ή την πύλη της κόλασης, ότι οι στίχοι αυτοί θα με καθορίσουν στο μέλλον.
Το βιβλίο αυτό το ξαναβρήκα σήμερα τυχαία σε ψηφιακή μορφή ψάχνοντας κάτι για νεοελληνική ποίηση. Και προτείνω ανεπιφύλακτα όσους δεν έτυχε ποτέ να το βγάλουν από την σκονισμένη βιβλιοθήκη να το κάνουν , αλλά και όσους το έχουν διαβάσει παλιά να περιπλανηθούν πάλι μέσα του, σαν να επιστρέφουν σε ένα κείμενο-πατρίδα.