Ξαναγυρνάει στη γραφή με τον τρόπο που θα σκάλιζε κανείς μία επουλωμένη πια πληγή. Ανασύρει χαράζοντας γράμματα όλες τις προηγούμενες εκδοχές του εαυτού του, εκπλήσσεται από το πόσα λίγα εφόδια κουβαλάει από εκείνες τις παρελθοντικές του διαστάσεις.
"Θα έπρεπε να το περιμένεις, το έλεγες από τα είκοσι, 'ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΞΥΠΝΑΩ ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ' κι εξακολουθείς να το προσπαθείς".
Πρέπει ευθύς εξαρχής να το παραδεχτούμε, ήταν στ'αλήθεια ένας περίεργος τύπος ο Αλμπέρτε. Όλη του η ζωή πλημμύριζε αντιφάσεις. Η τυχαία ορμή του σύμπαντος του όρισε να κλάψει για πρώτη φορά ένα ζεστό απόγευμα του Αυγούστου, ενώ τα κύματα παραιτούνταν ξεψυχισμένα στα βράχια της Γαλικίας.
Η Λα Κορούνια ήταν το σπίτι του, αλλά μέσα του θαρρείς ότι υπήρχε ένα χρονόμετρο, που τον έκανε από καιρό σε καιρό να μην αντέχει την πόλη που τον γέννησε και τον διαμόρφωσε. Σε μια στιγμή δημιουργούνταν μέσα του μία ακατανίκητη επιθυμία για περιπλάνηση, για μέρες, μήνες, χρόνια.
Αυτό το κύμα τον οδηγούσε άλλοτε στην Κύπρο να παριστάνει τον φοιτητή ανταλλαγής, πότε στην Αργεντινή να δηλώνει λαντζιέρης, άλλοτε με ένα τουριστικό σάκο περιπλανώμενος στην Ιορδανία. Ασφαλώς, δεν τον ενδιέφεραν οι αφορμές των ταξιδιών, έσπαγε πλάκα και με τις δουλειές του ποδαριού, και με τις ακαδημαϊκές σπουδές, και με ό,τι άλλο σκαρφιζόταν για να εξαφανίζεται.
Σας μίλησα ήδη, θαρρώ, για τις αντιφάσεις του. Άλλοτε του δημιουργούσαν μία ενδόμυχη ενοχή, ενώ άλλες φορές τις χαιρόταν. Πως αλλιώς μπορείς να τον χαρακτηρίσεις λοιπόν;
Γυρνούσε συχνά μεθυσμένος με μαεστρικό τρόπο κατά το ξημέρωμα, φορώντας ένα παλιό σαλβάρι και ένα διαφημιστικό μπλουζάκι που ούτε θυμόταν πώς είχε πέσει στα χέρια του. Τα γένια του μεγάλωναν ακανόνιστα, χαρίζοντάς του μία αγριότητα ναυαγού κι ένα μυστήριο διανοούμενου του δρόμου. Όποτε θυμόταν να ξυριστεί, πράγμα που μπορεί να συνέβαινε ανά δύο ή τρεις μήνες, εμφανιζόταν στο πρόσωπό του, ειδικά όταν χαμογελούσε, η εικόνα ενός μικρού ξέγνοιαστου παιδιού.
Μετά από ζαλισμένες περιπλανήσεις και αρκετές αναπάντεχες συναντήσεις, έφτανε στο κατώφλι του σπιτιού του, κι έριχνε καμία φορά μία κλεφτή ματιά στη μαρμάρινη πλάκα που είχε στήσει από χρόνια ο δήμος: "Το σπίτι αυτό, χτισμένο με αραβικές αρχιτεκτονικές επιρροές, ήταν το σπίτι του θαλασσοπόρου Bartolomeu Reboredo Sandino".
Για έναν ξένο, αυτό το σπίτι πλησίαζε τα όρια του μαγικού. Οι υπέροχες καμάρες στις πόρτες και τα παράθυρα, η σκάλα με τις πλάκες που είχαν λιώσει γλυκά από το χρόνο και έγιναν ομορφότερες, μα πάνω απ'όλα η οροφή από γυαλί στο σαλόνι, που άφηνε τα μάτια σου να θαυμάσουν οποιαδήποτε ώρα τον ουρανό της Γαλικίας, και τα θαλασσοπούλια που τον έσκιζαν ολημερίς.
Για τον Αλμπέρτε, αυτό ήταν απλά το σπίτι. Δε νομίζω να είχε καμία διαφορά για εκείνον το να γυρνούσε να κοιμηθεί σε κάποια σπηλιά. Και το λέω αυτό με τη σιγουριά που μου δίνει το παρελθόν του, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε κοιμηθεί σε παραπήγματα ή σε ένα φιλόξενο μαλακό γρασίδι που του καλάρεσε.
Αυτή όμως δεν ήταν μία από εκείνες τις βραδιές. Ένα παλιό ξύλινο γραφείο και μία ολόλευκη σελίδα τον περίμενε, σαν μία οπτασία στο βάθος του δωματίου.













