Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.10.18

κυρ Οδυσσέας

Ο κυρ Οδυσσέας τα τελευταία 20 χρόνια κυκλοφορεί με το ίδιο κοστούμι. Μαύρο μάλλινο κι από μέσα ένα πουλόβερ κασμίρι, ένα τόνο πιο ανοιχτό, κατάσαρκα ένα λευκό ριγέ πουκάμισο που τώρα έχει ψιλολιώσει και βγάζει μία απροσδιόριστη απόχρωση. Όταν λέμε είκοσι χρόνια μιλάμε για χειμώνα-καλοκαίρι, χωρίς διαλείμματα για διαφημίσεις. Ειδικά τους θερινούς μήνες, όπου έβλεπες τους εναπομείναντες στην πόλη να κυκλοφορούν ημίγυμνοι, ο κυρ Οδυσσέας στο ίδιο τέμπο και με την ίδια αμφίεση, κατευθυνόταν κάθε τόσο προς κάποιο κάδο σκουπιδιών, ενίοτε φορώντας και ρεπούμπλικα. 
"Περιμένει την κηδεία του" λέγαν οι γριές της γειτονιάς, που κάθονταν στο παγκάκι του ΕΟΠYΥ. "Τα έχει όλα κανονισμένα, διαμερίσματα στις κόρες και στους γιους, ένα χιλιάρικο στην άκρη, έραψε και το κοστούμι να τα έχει όλα σε ρέγουλα". 
Όμως ο θάνατος είναι απρόβλεπτος παράγων. Γιατί από τότε που συνέβησαν όλα αυτά, πέρασαν χρόνια και η ανάπαυση δεν ήρθε. Πήγε ογδόντα, πήγε ενενήντα, πήγε εκατό. Με μια σακούλα χάπια στο τραπέζι και πηγαινέλα στους κάδους, ο κυρ Οδυσσέας ζούσε έναν επίλογο που υπολόγιζε για παράγραφο και του προέκυψε εγκυκλοπαίδεια. 
Το χούι με τους κάδους είχε να κάνει με την επαγγελματική του ιδιότητα: δηλωμένος παλαιοπώλης, γυρνούσε πεζός με ένα τροχήλατο καρότσι παλιά, με αμάξι και τρέιλερ αργότερα, και μάζευε οτιδήποτε μπορούσε να έχει κάποια αξία για να κρατηθεί ή να μεταπωληθεί. 
Όπως κάθε δουλειά, είχε και αυτή το σκοτεινό της κομμάτι. Η συλλογή μετάλλων, μικροσυσκευών και δομικών υλικών δεν είχε ποτέ την έγγραφη άδεια των νόμιμων ιδιοκτητών. Καμιά φορά, δεν είχε ούτε την προφορική. Γυρνούσε στα νιάτα του σούρουπο σε ένα γιαπί και οι μάστορες είχαν αφήσει τελάρα με πλακάκια για το μπάνιο, τα είχαν αφήσει για αύριο. Τι τρία τελάρα τι δύο. Γυρνούσε στην Άνω πόλη και το καπάκι στο φρεάτιο του δρόμου ξεχαρβαλωνόταν, καιρός να βάλουν άλλο, μπορούσε να το παραχώσει κάπου στην καρότσα.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον τσακώνανε, και τότε άρχιζε τα "δεν ήξερα" και "νόμιζα" και έλεγε για τα παιδιά του. Ωστόσο, δυο-τρεις φορές που έπεσε σε τσαμπουκαλήδες ιδιοκτήτες, δεν γλίτωσε τις ψιλές. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνα τα αγνά και ρομαντικά χρόνια, οι διαφορές τέτοιου είδους λύνονταν με ένα γερό κοπάνημα και δεν χρειάζονταν τηλέφωνα σε αστυνομίες, προσαγωγές και άλλα γραφειοκρατικά.
Επειδή όμως η εξέλιξη είναι αναπόφευκτη, όταν ένα κλεφτρόνι έφερε στον κυρ Οδυσσέα (που είχε πιάσει πια τα εβδομήντα) κάποια κλεμμένα για να τα διαθέσει στον κύκλο του, άρχισαν να μπλέκονται μαζί του και οι αρχές, οπότε το κάγκελο ήρθε νομοτελειακά. Δυόμισι χρόνια στη στενή σαν να μην τον άγγιξαν καθόλου, βγήκε έξω με το ίδιο μειλίχιο ύφος και με τις ίδιες πρακτικές.
Λίγο μάζεμα, λίγο δώσιμο, το σπίτι πήρε την οριστική του αρτ ντεκό μορφή, αφού ο πρώτος όροφος είχε άσπρο πλακάκι και ξύλινα κουφώματα, ο δεύτερος γκρι πλακάκι και αλουμινένια κουφώματα, και ο τρίτος με βάψιμο στο χρώμα της ώχρας, αλλά χωρίς κουφώματα.
Τα σίδερα στον κήπο ολοκλήρωναν την εικόνα, καθώς και τα δύο τρέιλερ που του είχαν ξεμείνει καμία εικοσαριά χρόνια με επιγραφές "ΠΩΛΕΙΤΑΙ".
Εκείνο που πουλήθηκε εντελώς ανέλπιστα τον προηγούμενο μήνα, ήταν το μπορντώ Καντέτ. Ήρθε ένας βιοπαλαιστής με φιζίκ παλαιστή, ρώτησε πόσα, παζάρεψε, το πήρε 350 ευρώ.
"Κοίταξε όμως" του λέει ο κυρ Οδυσσέας "Εγώ είμαι γέρος, μη με μπλέκεις με μηχανολογικά, ΚΕΠ και τέτοια. Θα μου δώσεις τα λεφτά, θα σου κάνω ένα χαρτί και κάνεις τη μεταβίβαση εσύ όπως αγαπάς".
"Εντάξει παπούλη" του λέει η αρκούδα. Βγάζει το μασουράκι, του το δίνει στο χέρι και πάει για τη μεταβίβαση.
Δύο ώρες μετά, γυρίζει έξαλλος και κάτι ουρλιάζει για δεκατρία χρόνια απλήρωτα σήματα, και τι θα κάνουμε τώρα, μη μου λες εμένα ότι δεν ξέρεις, πού είναι τα λεφτά, τι σημαίνει τα έδωσες και τα λοιπά.
Ο κυρ-Οδυσσέας, με τα μάτια του να χάνονται μέσα στις κόγχες, έκανε τον ανήξερο ενώ γελούσε η ψυχή του. Είχε χρόνια να νιώσει τόσο ζωντανός. 

1.1.17

Η πρωτοχρονιά της Μαρίας Μ.

 (τριαντάχρονης ιδιωτικής υπαλλήλου στη δυτική Αθήνα.)

Βυθιζόταν η ματιά της σε εκείνα τα πλάνα του αμερικανικού σινεμά, που είναι χάραμα και οι οδηγοί πορεύονται κατάμονοι την ώρα που ο ουρανός βγάζει ωραία χρώματα και η μουσική υποβάλλει κουβέντες με νόημα που πρόκειται να ειπωθούν. 
Νόημα που έχει χάσει εδώ και καιρό σε κάθε πτυχή της ζωής της. Η πολιτική είναι πια μία φάρσα, από τον υψηλότερο βαθμό μέχρι τη γειτονιά. Όλα αυτά που κατά καιρούς την γοήτευσαν έχουν λασπωθεί τόσο, που τα προσπερνά με αποστροφή. Κομμένες οι κουβέντες για το πώς θα αλλάξουμε την κοινωνία για να την κάνουμε παράδεισο, τέρμα οι εκκοσμικευμένες θεολογίες της συμφοράς που μας έκαναν να ξεχειλίζουμε από όνειρα και ύστερα να απογοητευόμαστε στην ίδια ένταση. 
Το νόημα είναι ότι δεν υπάρχει νόημα, και η πρόκληση είναι να μάθεις να ζεις με αυτό. 
Δεν υπήρξε ανθρώπινη σχέση που να μην την μάτωσε, και αυτό το έβλεπε πέρα από μεμψιμοιρίες. Όχι ότι εκείνη ήταν σωστή και οι άλλοι σκάρτοι: πιο πολύ σκεφτόταν ότι είμαστε όλοι, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, μικρότεροι από τις ιδέες που σκαρφίζεται το κεφάλι μας, ταγμένοι στο τίποτα και ότι επιλέγουμε, στην μόνη βιωμένη πραγματικότητα που μας εγγυάται κανείς, περισσότερο να δυστυχούμε παρά να ευτυχούμε. (Τουλάχιστον όσοι συνεχίζουμε να ζούμε τις μέρες μας σε αυτόν τον κόσμο και όχι σε κάποιο άλλο, πες τον lifestyle, πες τον τρελόχαπα ή drugs με τις χούφτες, πες τον ψηφιακή ελαφρότητα).
Πλακώνουμε με προσδοκίες τους εαυτούς μας και τους άλλους, χρησιμοποιούμε τρίτους για να ικανοποιήσουμε προσωπικές μας απολαύσεις ή να εκτονώσουμε διάφορα συμπλέγματα.
Σκοτώνουμε έρωτες των άλλων κι αισθανόμαστε ανώτεροι, σκοτώνουμε ανθρώπους στην άλλη άκρη του κόσμου με όπλα που φτιάχνονται σε φιλήσυχες πολιτείες, σκοτώνουμε ανθρώπους στη γειτονιά μας από τη φτώχεια. Όλα μας τα σχήματα παραμένουν πυραμιδικά και εξουσιαστικά, ενώ τα καμουφλάρουμε έντεχνα με ευφημισμούς, μήπως και γίνει ο κωλότοπος που έχουμε φτιάξει ένα πιο φιλόξενο μέρος για να ζει κανείς.
Είναι σαν τους παλιούς κομμουνιστές που έβγαζαν Γενικό Γραμματέα, γιατί είχαν τάχα καταργήσει τους προέδρους, και οι Γ.Γ. κατέληγαν να σφάζουν τη μισή κεντρική επιτροπή. 
Ή σαν κάτι "αναρχικές" συνελεύσεις, που κάθεται κάποιος φαρδύς-πλατύς στο κέντρο και λέει "Μήπως θέλει κανείς άλλος να συντονίσει τη συζήτηση;", φυσικά κανείς δε μιλάει γιατί κανένας άλλος δεν έχει προετοιμαστεί να συντονίσει τη συζήτηση, και στο τέλος σκάει την προπαγάνδα του όπως την έχει προετοιμάσει. Ξέρετε γιατί λειτουργεί ο καπιταλισμός ακόμη; 
Γιατί θέτει ως κινητήριο μοχλό της παγκόσμιας κατάστασης το προσωπικό συμφέρον, που είναι ό,τι πιο απτό μπορεί να βρει κανείς, από τον μαλάκα της γειτονιάς του μέχρι τον πλανητάρχη.
Μπορεί τώρα βέβαια, να αισθάνεται κι αυτή χαλασμένη για όλα αυτά λόγω ενός εντελώς προσωπικού λόγου. Ίσως μάλιστα αυτός ο λόγος να είναι ότι μόλις την παράτησε ο σύντροφός της και τα βλέπει όλα ανώφελα. Αν γυρνούσε ίσως, ή εάν ερωτευόταν άλλον, όλα τα παραπάνω θα τα έβλεπε πολύ πιο χαλαρά. Όλο αυτό επιβεβαίωσε τις προηγούμενες σκέψεις της για τον ωκεανό των προσωπικών συμφερόντων στον οποίον έχουμε βουτήξει ομαδικά.
Τέτοια σκεφτόταν πριν την πρωτοχρονιά ενώ γυρνούσε προς το σπίτι και το κρύο ήταν απόλυτο. Στον κάδο απέναντι, είχαν ξεχειλίσει τα σκουπίδια από τις ετοιμασίες για τα οικογενειακά τραπέζια. Χαρτονένιες κούτες, εντόσθια και στο βάθος κάτι που ακουγόταν μεταξύ αναπνοής και αναστεναγμού. Ένας άνθρωπος ρε γαμώτο. Ένας άνθρωπος στα σκουπίδια.
"Μην ανησυχείς κοπέλα μου" ακούστηκε η φωνή ενός άλλου περαστικού "πρεζόνι θα 'ναι. Μέχρι να πάρεις ασθενοφόρο θα έχει ξεμαστουρώσει και θα έχει φύγει". Από έναν κοινωνικό αυτοματισμό, και χωρίς να συμφωνεί με ούτε μία λέξη από όσα άκουσε, γλίστρησε στις σκάλες σαν σκιά.
Όταν ανέβηκε στο σπίτι, άπλωσε ήσυχα τα ρούχα της και σιγά-σιγά, σαν σε ιεροτελεστία, άρχισαν να ακούγονται τα πυροτεχνήματα από κάθε άκρη της πόλης. 
Όλοι τους, οι αφελείς, οι αδίστακτοι, οι ήρεμοι, οι αναίσθητοι, οι ρομαντικοί, οι αγιογδύτες, οι πόρνες, οι μέτριοι, οι συγκλονιστικοί, εύχονταν "Καλή χρονιά!" με αγκαλιές και φιλιά. Άνθρωποι σαν εμένα κι εσένα. 
"Καλή χρονιά" ψιθύρισε στον εαυτό της και έκλεισε το φως. Τόσο διαφορετικά, τόσο ίδια. 

6.11.16

Γιάννης και Μελίνα: άσκηση οπτικής

ΕΝΑΣ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ

Είναι έντεκα το βράδυ και γλιστράω από τα στενά στο λιμάνι για να απολαύσω τη βόλτα που, χωρίς σταθερή μέρα, χαρίζω μία φορά την εβδομάδα στον εαυτό μου. Είναι ο ιδανικός τόπος έτσι ώστε να περνάς διαρκώς από την απόλυτη μοναχικότητα στη φευγαλέα κοινωνικοποίηση. Με ένα ανάλαφρο περπάτημα, περνώ από ερασιτέχνες δρομείς και αφουγκράζομαι την ψυχική και σωματική τους κόπωση, στο απόλυτο κοντράστ με τους ερασιτέχνες ψαράδες, που χαζεύουν το στερεωμένο καλάμι τους, το άδειο καλάθι τους, την απεραντοσύνη του μαύρου σε όλες του τις αποχρώσεις, την ώρα που θάλασσα και ουρανός ίσα που ξεδιαλύνονται. 
Βλέπω δεκαπεντάχρονα αγόρια σε παρέες των τεσσάρων να χαχανίζουν σχολιάζοντας με κακόγουστο, ηχηρό χιούμορ, βλέπω επίδοξα ζευγάρια να περπατούν αντίθετα προς τα μένα, με εκείνη τη στοιχειώδη απόσταση μεταξύ τους, που μένει να διανυθεί, με εκείνη την κολοσσιαία αγωνία για το αν θα διανυθεί... 
Κι είναι σαν να κινούμαι εγώ αλλά εκείνοι να είναι κολλημένοι, σαν να γυρνώ στα εκθέματα κάποιου ζωντανού μουσείου. 
Κι είμαι εγώ και δεν είμαι εγώ.
Η βόλτα μου δείχνει να τελειώνει, αφού τα φώτα κατά μήκος του λιμανιού δίνουν τη θέση τους στο σκοτάδι. 
Ούτε που ξέρω πόσες θείες υπέρβαρες είδα να σέρνουν τα ανήψια τους σαν σακιά κάθιδρες, ούτε που ξέρω πόσες φίλες δύο-δύο πανέμορφες να ξαπλώνουν στην άκρη της προκυμαίας καπνίζοντας στριφτά τσιγάρα, κάνοντας απολογισμό των ζωών και των αποφάσεών τους.
Ούτε πόσους πλανόδιους πωλητές αναψυκτικών και ανόητων παιδικών παιχνιδιών, που με τα φώτα τους έκαναν εντύπωση μέσα στη νύχτα. 
Εν πάσει περιπτώσει, για μένα αυτή η διαδρομή πλησίαζε προς το τέλος.
Με μάγεψε ωστόσο μία φωνή που ερχόταν από το ημίφως, οπότε συνέχισα να κατευθύνομαι προς τα εκεί. 
Ήταν μία κοπέλα, όχι μεγαλύτερη από εικοσιτρία, και δίπλα της κάποιος έπαιζε κιθάρα. Όταν η γωνία του φωτός μου επέτρεψε να κοιτάξω καλύτερα προς το μέρος της, διαπίστωσα ότι η ομορφιά του προσώπου της ήταν εφάμιλλη, αν όχι ανώτερη, της ομορφιάς της φωνής της. Τραγουδούσε ακίνητη, μόνο οι ώμοι της κινούνταν ανεπαίσθητα με το τραγούδισμα των στίχων. Το κεφάλι της είχε μία ελαφρά κλίση προς τον ουρανό, σαν στάση αγάλματος. Οι γλυκιές και οι λάγνες σκέψεις εναλλάσσονταν μέσα μου, ενώ αυτόματα η αύρα μου κινήθηκε εχθρικά προς τον μουσικό της συνοδό: θα είναι η κοπέλα του, σίγουρα.
Με την ζωώδη, ανήθικη χροιά που μου γεννούσε ο πόθος σκέφτηκα: δεν της αξίζει αυτός ο χιμπατζής. Είμαι ανώτερός του. Αυτός είναι χαμένος, χωρίς αυτήν θα ήταν ένα τίποτα, ένα τίποτα που γρατζουνάει την κιθάρα του στο τέρμα του λιμανιού. Φθονώ την απέραντη τύχη του. Άσε που νομίζω πως όσο πλησιάζω προς αυτούς, η δικιά του μου χαρίζει κλεφτά βλέμματα. 
Τι να κάνω; Δε μπορώ ούτε να της μιλήσω. Από τη μία αυτός ο ασχημάνθρωπος δίπλα της, από την άλλη τραγουδάει, τραγουδάει συνέχεια και γω περπατώ και προσπερνώ, με κοιτάει την κοιτάω, τώρα, τώρα... 
Μία στιγμή που πέρασε. Η αδράνεια θρυμμάτισε την ένταση, ο ήχος από τα ψιλά μου αντήχησε στο καπέλο κι εγώ αποσύρθηκα σε ασύμβατο χρόνο και τόπο. 

ΜΕΛΙΝΑ

Δύο ώρες τραγούδι στο δρόμο δεν είναι το ίδιο με δύο ώρες τραγούδι στο μαγαζί. Στο μαγαζί οι άνθρωποι είναι ούτως ή άλλως προσηλωμένοι σε σένα, στο δρόμο αυτό το κερδίζεις, πρέπει να μαγνητίσεις πραγματικά κάποιον για να σταματήσει την κίνησή του και να σταθεί να σε ακούσει, πόσο μάλλον να σε πληρώσει. 
Ο Γιάννης λέει ότι το να δουλεύουμε έξω είναι χίλιες φορές καλύτερο από το να έχουμε τον κάθε γερο-μαλάκα να μας λέει τι να παίξουμε, πόσο να παίξουμε, πόσο κόσμο περιμένουμε και πόσο θα πληρωθούμε. Εδώ όλα εξαρτώνται από εμάς. Είναι μέρες που τον πιστεύω και είναι μέρες που το θεωρώ λάθος. 
Απόψε, ας πούμε, με τρία-τέσσερα ζευγαράκια να χρησιμοποιούν τη μουσική μας για soundtrack ενώ φιλιούνται στις απόμερες γωνίες, και με πέντε ευρώ και εβδομήντα λεπτά στο καπέλο, μου φαίνεται λάθος. 
Η ψύχρα έχει πιάσει και εγώ αισθάνομαι την ταλαιπωρία, αλλά δεν νομίζω ότι τη βγάζω στη φωνή μου. Δεν ξέρω αν συμβαίνει το ίδιο με τη μοναξιά, με την οποία δεν υπάρχει πρόβλημα αν εκφράζεται όταν τραγουδάω, αφού τα περισσότερα τραγούδια που λέμε είναι μελαγχολικά ή ταξιδιάρικα.
Νιώθω εγκλωβισμένη σε μία κατάσταση που βοήθησα να χτιστεί, τόσο καιρό τώρα. Ο αρχικός μου ενθουσιασμός για τον Γιάννη με τους μήνες ξεθώριασε, όπως όλα τα πράγματα που έχω ζήσει μέχρι τώρα κάτω από τον διαβρωτικό φακό του χρόνου. Βαριέμαι τις ανούσιες κοριτσοσυζητήσεις που πρέπει να κάνω όταν βρισκόμαστε σε κοινές παρέες, όπου πρέπει να κάνω την απώτατη ευτυχία να μοιάζει αληθινή, όταν απαντάω σε ερωτήσεις του στιλ "πώς γνωριστήκατε;". Βαριέμαι όταν ο Γιάννης απλώνει Κυριακή μεσημέρι τα πόδια του με τις καρό-πράσινο-κίτρινες πιτζάμες του και παίζει τις ίδιες και τις ίδιες μελωδίες. Βαριέμαι, ώρες ώρες, τον ίδιο μου τον εαυτό.
Ούτε που ξέρω τι τραγουδάω αυτή τη στιγμή, αλλά οι λίγοι παριστάμενοι δείχνουν να απολαμβάνουν ακόμη τον ήχο. Σε λίγο τα μαζεύουμε και φεύγουμε από εδώ.
Να όμως που εμφανίζεται ένας περαστικός, κοντοστέκεται παράξενα, με μία γλοιώδη φάτσα, που 'ναι σαν να γράφει στο μέτωπό του "πιστεύω ότι όσες τραγουδάνε στο δρόμο είναι πόρνες".Αυτό που με τρελαίνει περισσότερο είναι ότι πρέπει να του χαμογελάμε κιόλας επειδή αφήνει δυο δεκάρες, όλα γυρνάνε μέσα στο μυαλό μου με απίστευτη ένταση, θα του τα πω απόψε όλα, πρέπει να ξέρει, δεν με γεμίζουν τα όνειρά σου Γιάννη, δεν θα κρυφτώ, με έχει κουράσει η ψευδαίσθηση ότι έτσι πολεμάμε, αυτοί μας παίρνουν τη ζωή, εμείς τους παίρνουμε τα ψιλά και γελάμε Γιάννη, δεν νιώθω πια τίποτε ζεστό, δεν ξέρω ποια είμαι, αν με εκτιμώ, άντε γαμήσου Γιάννη.
Τελικά δεν είπα τίποτε απ'όλα αυτά μέχρι αργά το βράδυ. Ίσως αύριο. Ίσως αργότερα.

ΓΙΑΝΝΗΣ

Θα μπορούσα να παίζω και δωρεάν μόνο και μόνο για να την ακούω. Είμαστε μαζί και κάνουμε αυτό που αγαπάμε, οπότε το χρήμα δεν με απασχολεί, ποτέ δεν με απασχολούσε πραγματικά.
Η αλληλοδιαδοχή των θεατών μας, ο ήχος των παπουτσιών τους στην προκυμαία, το ελαφρύ αεράκι που η μουσική μας διαπερνά γλυκά, όλα δημιουργούν την απόλυτη αρμονία.
Λίγες είναι οι στιγμές όπως αυτή όπου η ζωή μου νιώθω πως έχει τέτοια ισορροπία, ενώ συνήθως μοιάζει με ένα σεντόνι που είναι μικρό, και όταν φτιάχνεις τη μία άκρη φεύγει από τη θέση της η άλλη. Τώρα όλα συνδέονται, όλα δένουν, κι έχεις βοηθήσει πολύ σ'αυτό.
Μελίνα που τραγουδάς με τα μαλλιά σου να ανεμίζουν πίσω.
Μελίνα που κλαις και θυμώνεις, Μελίνα που μετά με ψάχνεις.
Μελίνα που με αγαπάς με έναν αλλόκοτο, δικό σου τρόπο και το νιώθω.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν είναι προσποιητό.
Μαζεύω τις στιγμές και τις μελωδίες σαν ανεκτίμητα κομμάτια, βλέπω τους άνδρες που σε κοιτούν αλλά εγώ φουσκώνω περισσότερο γιατί είσαι δική μου και το ξέρω, είμαι τόσο σίγουρος γι'αυτό που πρέπει ο κόσμος να εξαπολύσει όλες του τις σκοτεινές δυνάμεις για να μας χωρίσει.
Σιγά σιγά, από το νυχτερινό τραγούδι σου ακούγεται κάποιο σ'αγαπώ, και είναι σαν να άκουσα όλα τα σ'αγαπώ του κόσμου. 

8.10.15

Το ημερολόγιο του Αλμπέρτε Ρεμπορέδο Εσκουδέρο

Ξαναγυρνάει στη γραφή με τον τρόπο που θα σκάλιζε κανείς μία επουλωμένη πια πληγή. Ανασύρει χαράζοντας γράμματα όλες τις προηγούμενες εκδοχές του εαυτού του, εκπλήσσεται από το πόσα λίγα εφόδια κουβαλάει από εκείνες τις παρελθοντικές του διαστάσεις.
"Θα έπρεπε να το περιμένεις, το έλεγες από τα είκοσι, 'ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΞΥΠΝΑΩ ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ' κι εξακολουθείς να το προσπαθείς".
Πρέπει ευθύς εξαρχής να το παραδεχτούμε, ήταν στ'αλήθεια ένας περίεργος τύπος ο Αλμπέρτε. Όλη του η ζωή πλημμύριζε αντιφάσεις. Η τυχαία ορμή του σύμπαντος του όρισε να κλάψει για πρώτη φορά ένα ζεστό απόγευμα του Αυγούστου, ενώ τα κύματα παραιτούνταν ξεψυχισμένα στα βράχια της Γαλικίας. 
Η Λα Κορούνια ήταν το σπίτι του, αλλά μέσα του θαρρείς ότι υπήρχε ένα χρονόμετρο, που τον έκανε από καιρό σε καιρό να μην αντέχει την πόλη που τον γέννησε και τον διαμόρφωσε. Σε μια στιγμή δημιουργούνταν μέσα του μία ακατανίκητη επιθυμία για περιπλάνηση, για μέρες, μήνες, χρόνια.
Αυτό το κύμα τον οδηγούσε άλλοτε στην Κύπρο να παριστάνει τον φοιτητή ανταλλαγής, πότε στην Αργεντινή να δηλώνει λαντζιέρης, άλλοτε με ένα τουριστικό σάκο περιπλανώμενος στην Ιορδανία. Ασφαλώς, δεν τον ενδιέφεραν οι αφορμές των ταξιδιών, έσπαγε πλάκα και με τις δουλειές του ποδαριού, και με τις ακαδημαϊκές σπουδές, και με ό,τι άλλο σκαρφιζόταν για να εξαφανίζεται. 
Σας μίλησα ήδη, θαρρώ, για τις αντιφάσεις του. Άλλοτε του δημιουργούσαν μία ενδόμυχη ενοχή, ενώ άλλες φορές τις χαιρόταν. Πως αλλιώς μπορείς να τον χαρακτηρίσεις λοιπόν;
Γυρνούσε συχνά μεθυσμένος με μαεστρικό τρόπο κατά το ξημέρωμα, φορώντας ένα παλιό σαλβάρι και ένα διαφημιστικό μπλουζάκι που ούτε θυμόταν πώς είχε πέσει στα χέρια του. Τα γένια του μεγάλωναν ακανόνιστα, χαρίζοντάς του μία αγριότητα ναυαγού κι ένα μυστήριο διανοούμενου του δρόμου. Όποτε θυμόταν να ξυριστεί, πράγμα που μπορεί να συνέβαινε ανά δύο ή τρεις μήνες, εμφανιζόταν στο πρόσωπό του, ειδικά όταν χαμογελούσε, η εικόνα ενός μικρού ξέγνοιαστου παιδιού. 
Μετά από ζαλισμένες περιπλανήσεις και αρκετές αναπάντεχες συναντήσεις, έφτανε στο κατώφλι του σπιτιού του, κι έριχνε καμία φορά μία κλεφτή ματιά στη μαρμάρινη πλάκα που είχε στήσει από χρόνια ο δήμος: "Το σπίτι αυτό, χτισμένο με αραβικές αρχιτεκτονικές επιρροές, ήταν το σπίτι του θαλασσοπόρου Bartolomeu Reboredo Sandino". 
Για έναν ξένο, αυτό το σπίτι πλησίαζε τα όρια του μαγικού. Οι υπέροχες καμάρες στις πόρτες και τα παράθυρα, η σκάλα με τις πλάκες που είχαν λιώσει γλυκά από το χρόνο και έγιναν ομορφότερες, μα πάνω απ'όλα η οροφή από γυαλί στο σαλόνι, που άφηνε τα μάτια σου να θαυμάσουν οποιαδήποτε ώρα τον ουρανό της Γαλικίας, και τα θαλασσοπούλια που τον έσκιζαν ολημερίς. 
Για τον Αλμπέρτε, αυτό ήταν απλά το σπίτι. Δε νομίζω να είχε καμία διαφορά για εκείνον το να γυρνούσε να κοιμηθεί σε κάποια σπηλιά. Και το λέω αυτό με τη σιγουριά που μου δίνει το παρελθόν του, δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε κοιμηθεί σε παραπήγματα ή σε ένα φιλόξενο μαλακό γρασίδι που του καλάρεσε. 
Αυτή όμως δεν ήταν μία από εκείνες τις βραδιές. Ένα παλιό ξύλινο γραφείο και μία ολόλευκη σελίδα τον περίμενε, σαν μία οπτασία στο βάθος του δωματίου. 

28.6.13

Τι Νέκυια τι Λέγκια (Μια στις 3.000 αυτοκτονίες που πήγε στραβά)

Ο Σ.Λ., νεαρός φιλόλογος και ποιητής από την Αθήνα, άνεργος για χρόνια, μαλωμένος με οικογενειακά του πρόσωπα και προδομένος από την γυναίκα με την οποία συζούσε, σχεδιάζει προσεκτικά την αυτοκτονία του.  Με την χαρακτηριστική μεθοδικότητα και σκηνοθεσία που ταιριάζει σε αυτόχειρες, ετοιμάζει την καρέκλα και το σκοινί , γνωρίζοντας πως η θέα του κρεμασμένου του κορμιού θα σοκάρει τον πρώτο άνθρωπο που θα ανοίξει την πόρτα.
Με βήματα αργά κατευθύνεται στο μεγάλο τραπέζι, στο οποίο έχει τοποθετήσει ένα πάκο με λευκά χαρτιά. Κάνοντας τα καλύτερά του γράμματα, αρχίζει τη συγγραφή:

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ