Σήμερα 25 Ιουνίου συμπληρώνονται 60 χρόνια από την έναρξη του πολέμου της Κορέας. Έχω την εντύπωση ότι εάν ρωτήσεις αυτή τη στιγμή 10 Έλληνες πολίτες οι 9 θα δηλώσουν άγνοια σχετικά με τη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στην εμπόλεμη αυτή κατάσταση τη δεκαετία του 50. Και πως να είναι διαφορετικά, όταν η εντύπωση που λαμβάνουμε από εκπαιδευτικό σύστημα και Μ.Μ.Ε. είναι της "μικρής αλλά έντιμης χώρας που έχει μόνο αμυντικό στρατό".
Βλέποντάς την επέτειο το πρωί σε κάποια "σαν σήμερα" εκπομπή, μου ήρθε στο νου μία προ τριετίας γνωριμία που είχα κάνει στο αεροδρόμιο του Σίδνεϊ.
Τις παρέες του αεροδρομίου τις εκτιμώ και τις θυμάμαι, γιατί ένας άνθρωπος που βλέπεις για πρώτη και τελευταία φορά, μπορεί να σου πει πράγματα που δε θα έλεγε σε κάποιον γνωστό του από χρόνια.
Η κούραση ήταν αρκετά μεγάλη εκείνη τη μέρα, αλλά συνδυαζόταν με την γλυκιά αίσθηση του να διανύεις ένα μεγάλο μέρος της Γης μέσα σε 24 ώρες. Είχα ξεκινήσει από Κύπρο, με ενδιάμεσες στάσεις Αθήνα-Σιγκαπούρη-Σίδνεϊ, για να καταλήξω στην Αδελαϊδα και στο πανεπιστήμιο που θα με φιλοξενούσε για τους επόμενους μήνες. Μετά την απογείωση από Αθήνα σταμάτησα, όπως είναι φυσικό, να ακούω ελληνικά γύρω μου αφού οι επιβάτες προέρχονταν από άλλες χώρες.
Η τελευταία πτήση είχε, όμως, δύο απρόσμενους συνταξιδιώτες: ένα υπερήλικα παπά από την Ελλάδα με την παπαδιά του. Με πλησιάζει και αρχίζει την παντομίμα για να ρωτήσει τι ώρα φεύγει το αεροπλάνο: μία δείχνοντας το ρολόι του μία κουνώντας τα χέρια, μέχρι να με ακούσει να του λέω "μιλήστε ελληνικά" και να αλλάξει δέκα χρώματα από τη χαρά του.
Νησιώτης ήταν (από τη Λήμνο εάν δε με απατάει η μνήμη μου), του είπα ότι είμαι από τη Θεσσαλονίκη και αμέσως αρχίσαμε όπως οι περισσότεροι Έλληνες όταν συναντιούνται να βρούμε γνωστούς για να βγούμε στη χειρότερη κοντοχωριανοί και στην καλύτερη συγγενείς.
Βέβαια το πείραμα ήταν λίγο αποτυχημένο γιατί ο παπάς με ρωτούσε αν ξέρω κάτι καλόγριες στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας ή τον επίτροπο της ενορίας Αγίου Παύλου. Υπήρχε δηλαδή ένα χάσμα γενεών και αντιλήψεων, αλλά η συζήτηση συνεχίστηκε παρά τα όποια εμπόδια.
Αν και ρασοφόρος, είχε μία προφορά παλιού μάγκα, ήταν ένας ιερέας παλιάς κοπής και λαϊκός άνθρωπος.
Μου είπε ότι πήγαινε να συναντήσει τον αδερφό του που τον κάλεσε στην Αυστραλία. "Έχω καμιά δεκαπενταριά χρόνια να τον δω, μπορεί και να μη τον γνωρίσω τώρα" μου είπε.
Τον ρώτησα αν είναι η πρώτη φορά που βγαίνει από τη χώρα "Όχι έχω βγει πολλές φορές και στην Ευρώπη που πήγαμε με την ενορία και στην Κορέα όταν ήμουνα μικρός".
"Έχει ελληνορθόδοξους στην Κορέα;"
"Πριν γίνω παπάς πήγα, μικρός, να πολεμήσω"
Και τότε ήταν η δική μου σειρά να αλλάξω δέκα χρώματα.
Ήταν μια συζήτηση που δεν μπορούσα να περιμένω ότι θα κάνω με το συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά γι'αυτές τις περιπτώσεις βγήκαν παροιμίες όπως "τα φαινόμενα απατούν". Ο γέρος που είχα μπροστά μου ήταν ένας από τους 1.000 που είχαν αποσταλεί εκ μέρους της Ελλάδας στην άλλη άκρη του κόσμου, για να λάβουν μέρος σε ένα "πόλεμο δύο κόσμων". Η υποτιθέμενη διαμάχη μεταξύ της Βόρειας και της Νότιας Κορέας, οδήγησε στην εμπλοκή πολλών χωρών, και την σύγκρουση των δύο παγκόσμιων στρατοπέδων,σε ένα πεδίο μάχης από τα σφοδρότερα στην διάρκεια του 20ου αιώνα.
Κι άρχισε να εξιστορεί χωρίς να του κάνω πολλές πιεστικές ερωτήσεις:
"Έρχονταν και μας έλεγαν: "σας εδόθη η τιμή να υπερασπίσετε τα ελληνικά όπλα εις την Κορέα".Εάν ήσουν μάχιμος, και δεν είχες τα κοινωνικά φρονήματα λερωμένα πήγαινες".
"Ούτε θυμάμαι πόσους σκότωσα. Έρχονταν οι σχιστομάτηδες κατά κύματα. Πρώτη γραμμή δεύτερη γραμμή εμείς με τα δυνατά τα όπλα τους καθαρίζαμε κρατούσαμε τη θέση μας. Μετά έκλαιγες όταν σκεφτόσουν πόσους έφαγες αλλά τι να κάνεις; Ή θα τον σκότωνες εσύ ή θα σε σκότωνε αυτός. Άλλη περίπτωση δεν υπήρχε"
"Όταν μας στείλανε με τους Αμερικανούς εκεί ήτανε ζάχαρη. Αυτοί τρώγανε ένα πρωϊνό που εμείς δε το είχαμε ξαναδεί ποτέ, τι αυγά θες τι μπέικον τι μαρμελάδες λες και ήμασταν σε ξενοδοχείο"
"Κάποιοι είχανε σχέσεις εκεί στην Ασία είχε πολύ καλές γυναίκες, πολύ καλές. Άλλοι αφήσανε εγκύους πίσω και θέλανε να μείνουν εκεί, αλλά οι αξιωματικοί δε τους αφήνανε και φεύγανε με δάκρυα στα μάτια. Δεν αφήνανε ελληνικό κορμί εκεί λέγαν τόσους έφερα τόσους θα πάω πίσω. Και που να ξαναπάς μετά στην Κορέα έπρεπε να δουλεύεις μια ζωή να βρεις τα εισιτήρια, μη τα συζητάς"
Ύστερα ήρθαν και τον κάθισαν σε ένα καροτσάκι γιατί είχε προτεραιότητα ως ηλικιωμένος για να μπει πρώτος στο αεροπλάνο. Του φαινόταν υπέροχο που τον πρόσεχαν τόσο και καμάρωνε ενώ ο υπάλληλος τον έσερνε μακρυά από τα μάτια μου.
Πόσο παράδοξο ήταν ότι ένας άνθρωπος που γνώρισε και άσκησε τόση βία στη ζωή του να γίνει ιερέας; Πολύ, αλλά σε τελική ανάλυση μπορεί να ήταν η υγιής αντίδραση ενός απλού ανθρώπου, το τελευταίο καταφύγιο ενός φτωχού νησιώτη από τις τύψεις. Δε μπόρεσα να μισήσω αυτό τον άνθρωπο ποτέ. Όμως δε θα σταματήσω ποτέ να μισώ εκείνους που τον εργαλειοποίησαν με τέτοιο φρικτό τρόπο, και τον έστειλαν σε ένα άγνωστο μέρος να σκοτώσει αγνώστους, εφοδιασμένο με πολλά κιλά προπαγάνδας και "συμμαχικών" όπλων.