Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.6.20

Ποια ήταν τα "απολυμαντήρια" της Καλαμαριάς και γιατί πρέπει να γίνουν τόπος μνήμης

Μία πολύ σημαντική εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 19 Ιουνίου στην Καλαμαριά, από την Επιτροπή Πρωτοβουλίας για να γίνουν τόπος μνήμης τα απολυμαντήρια της περιοχής. 
Είναι αλήθεια ότι ακόμη και για τους Θεσσαλονικείς η ιστορία των απολυμαντηρίων, όπου στη συνέχεια στήθηκε η πλαζ Αρετσού και το δημοτικό θέατρο, ανήκει στις λιγότερο φωτισμένες πτυχές της προσφυγιάς που ήρθε στον ελλαδικό χώρο από την καθ'ημάς Ανατολή. 
Οι ομιλητές της εκδήλωσης αυτής, που ήταν εκπρόσωποι οργανώσεων, πολιτευτές διαφορετικών ιδεολογικών καταβολών, ιστορικοί και κάτοικοι της περιοχής, ανέλυσαν πτυχές της εμπειρίας των απολυμαντηρίων με βάση τις ιστορικές πηγές, εξήγησαν το σκεπτικό της διεκδίκησής της ιστορικότητας του τόπου και τίμησαν για πρώτη φορά συλλογικά τη μνήμη των προσφύγων που βρήκαν εκεί τον θάνατο.
Κοινή αναφορά έγινε στην διαδικασία με την οποία υποδεχόταν το νεοελληνικό κράτος τους ανθρώπους αυτούς: Πρώτα απ'όλα, το καράβι έδενε στην Καλαμαριά, ενώ τα ρούχα τους έμπαιναν στον κλίβανο. Αυτή ήταν μία διαδικασία που στην καλύτερη περίπτωση συρρίκνωνε και στη χειρότερη έλιωνε τα ρούχα των προσφύγων, έτσι που πολλοί από αυτούς στη συνέχεια έμεναν γυμνοί ή ρακένδυτοι. Εξίσου τραυματική ήταν η διαδικασία του αναγκαστικού κουρέματος, που ειδικότερα για τις γυναίκες ήταν πράξη ατιμωτική, ενώ ακολουθούσε ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα που οι άνθρωποι αυτοί στοιβάζονταν σε παραπήγματα, ενώ οι μεταδοτικές ασθένειες της εποχής και οι κακουχίες κυριολεκτικά θέριζαν. Οι ταφές ήταν συχνά ομαδικές, ενώ αναφέρθηκαν μέχρι και ταφές ημιθανών. 
Καυκάσιοι, Πόντιοι, Μικρασιάτες, Ανατολικοθρακιώτες, άτομα όλων των ηλικιών και από όλες τις περιοχές της Ανατολίας βρέθηκαν εκεί, με τραγική ειρωνία για αρκετούς από αυτούς το να επιβιώσουν από τον πόλεμο και να χαθούν στα απολυμαντήρια. 
Οι παρόντες ζήτησαν την ανέγερση ενός μνημείου αντάξιου της μνήμης όσων χάθηκαν, και την ανακήρυξη του θαλάσσιου μετώπου της Καλαμαριάς σε χώρο ιστορικής σημασίας. 
Εικοσιδύο κεριά άναψαν στην Καλαμαριά, όσες και οι χιλιάδες των προσφύγων που υπολογίζεται
 ότι ξεψύχησαν εκεί 


11.11.18

Τουρκικές (και τουρκογενείς) φράσεις στην νεοελληνική γλώσσα

Stedelijk Museum of contemporary
art and design, Amsterdam
Θεώρησα ότι για τις ανάγκες αυτού του κειμένου θα έπρεπε να θυσιάσω ένα μέρος της επιστημονικής συνέπειας προς όφελος ενός ευρύτερου νοήματος, αλλά από τη στιγμή που εδώ δεν υπάρχει ακαδημαϊκή στόχευση δεν με απασχολεί στο παραμικρό.
Παρ'όλο που υπάρχουν πολλές λίστες και γλωσσάρια με κοινές ελληνικές και τουρκικές λέξεις, όπως και παροιμίες που έχουν μεταφραστεί από τη μία γλώσσα στην άλλη, δεν εντόπισα μέχρι στιγμής μία λίστα με εκφράσεις οι οποίες έχουν λέξεις δανεισμένες από το τουρκικό λεξιλόγιο ως πυρήνα και να χρησιμοποιούνται στη νέα ελληνική.
Φράσεις δηλαδή που είτε είναι αμιγώς τουρκικές και πέρασαν αμετάφραστες, όπως το "αναντάν μπαμπαντάν", είτε φράσεις με τουρκικές λέξεις που συμπληρώθηκαν με άρθρα και ρήματα της ελληνικής. Αυτό γιατί θεωρώ ότι σε μία λίστα φράσεων με τη συγκεκριμένη στόχευση, δεν μπορούν να λείπουν εκφράσεις όπως το "παίρνω το κολάι", που έχουν ξεκάθαρη επιρροή από την τουρκική γλώσσα, γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία κατά τη γνώμη μου να δούμε το πώς δύο γλώσσες που συναντιούνται αλληλοεπηρεάζονται. Αντίστοιχη επιρροή υπάρχει και στην τουρκική γλώσσα τουλάχιστον σε επίπεδο λεξιλογίου (anahtar από το ανοιχτήρι, ızgara από το σχάρα κ.α.) αλλά αυτό είναι μέρος μίας άλλης συζήτησης.
Αξίζει να σημειωθεί το ότι η τουρκική ετυμολογία δε σημαίνει πως αυτές οι φράσεις είναι δανεισμένες σώνει και καλά από την τουρκική καθομιλουμένη. Ορισμένες (όπως π.χ. το ντιπ για ντιπ) είναι απολύτως ελληνικής έμπνευσης και δεν απαντώνται στην Τουρκία, παρά το ότι αποτελούνται από λεξιλόγιο που δεν έχει ελληνική ετυμολογία, ενώ άλλες (όπως το ουζούν αντάμ, αχμάκ ολούρ) είναι παλαιές οθωμανικές εκφράσεις που χάθηκαν στα τουρκικά, αλλά επιβίωσαν στα ελληνικά.
Επίσης, είναι λογικό πολλές από αυτές τις παροιμίες να μην χρησιμοποιούνται από όλους τους ομιλητές και κάποιες να ξενίζουν, καθώς λέγονται σε περιοχές όπου δεσπόζει το προσφυγικό στοιχείο ή αποτελούν μέρος μίας αργκό με την οποία δεν μπορεί να είναι όλοι εξοικειωμένοι.
Συμπεριλαμβάνονται ιστορικά μικροτοπωνύμια (όπως πλατείες και αγορές) που αποτελούνται από τουρκικές φράσεις, καθώς και φαγητά.
Στην αρχική σκέψη ήταν να συμπεριληφθούν και ονόματα πόλεων και χωριών που πλέον έχουν μετονομαστεί (όπως Κιουπ-κιόι, Νταούτ-Μπαλί, Χαρμάν-κιόι κλπ.) όμως η διαδικασία μετονομασιών χωριών και πόλεων κατά τη διαδικασία του 20ου αιώνα ήταν τόσο εκτεταμένη, που για να γίνει αυτό χρειάζεται ειδική μελέτη.1

τσακίρ κέφι:  Εκ του τουρκικού çakırkeyif. Η ακριβώς αντίστοιχη ελληνική έκφραση είναι "τελώ εν ευθυμία", δηλαδή είμαι ανεβασμένος επειδή έχω πιει. Στα ελληνικά βέβαια υπάρχει μία ελαφρά διαφορά, όταν λέμε στο τσακίρ κέφι εννοούμε περισσότερο "στο αποκορύφωμα του γλεντιού", συνδέεται μεν συνήθως με το ποτό αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό.

ουζούν αντάμ, αχμάκ ολούρ: μτφρ. ψηλός άνδρας, χαζός θα είναι. Οθωμανική παροιμία που συνδυάζει την ευστροφία με το χαμηλό ανάστημα, ενώ υποθέτει ότι ένας ψηλός άνδρας μάλλον θα είναι ανόητος. Το ενδιαφέρον είναι ότι παρόλο που σε ορισμένες περιοχές στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ακόμη, έχει ξεχαστεί στην σημερινή Τουρκία.

τεμπέλ χανέ: Πρόκειται για μία απίστευτη κοινωνική παροχή του σουλτάνου Μαχμούτ του Β' (1808 -1839),  ο οποίος προσπάθησε με μία σειρά μεταρρυθμίσεων να αλλάξει την όψη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ίδρυσε υπουργεία κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, κατάργησε το σώμα των γενιτσάρων, έφτιαξε κοσμικά σχολεία και εκκλησιαστικές σχολές. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα αυτές οι αλλαγές δεν απέτρεψαν την οριστική παρακμή και εν τέλει την κατάρρευση του "μεγάλου ασθενούς". Εδώ μνημονεύουμε τον Μαχμούτ Β' για την ίδρυση των tembel hane ή miskin hane, δηλαδή χώρων που ήταν αφιερωμένοι στους φτωχούς, τους ταλαιπωρημένους και τους κάθε λογής γυρολόγους. Εκεί υπήρχε χώρος ανάπαυσης και δωρεάν φαγητό, στα πλαίσια ενός ιδιότυπου φιλανθρωπικού ιδρύματος. Κατ'άλλους, τα ιδρύματα αυτά δημιουργήθηκαν για τη φροντίδα των ασθενών της λέπρας, που θέριζε εκείνη την εποχή.
Κατηγορίες ότι το "δικό μας" Ιμαρέτ της Καβάλας είχε καταλήξει σε τεμπέλ χανέ διαβάζουμε και σε ιστορικές μελέτες σχετικά με την περιοχή.2
Σε κάθε περίπτωση, εντυπωσιάζει το γεγονός ότι το δικαίωμα στην τεμπελιά, το οποίο στιγματίζεται από οποιαδήποτε διακυβέρνηση στην ιστορία του ανθρώπου, αναγνωρίστηκε έστω και πρόσκαιρα από κάποια αρχή.
Ακόμη και σήμερα κυκλοφορεί στον τουρκικό λαό μία ανέκδοτη ιστορία ότι σε κάποια φάση, είχε συγκεντρωθεί υπερβολικός αριθμός ανθρώπων στον τεμπέλ χανέ, και οι υπεύθυνοι προσπαθούσαν να σκαρφιστούν τρόπους για την αποσυμφόρησή του. Έτσι, έβαλαν μία φωτιά ακριβώς δίπλα από τον τόπο στον οποίο άραζαν οι κάθε λογής "τεμπέληδες" έτσι ώστε να διαπιστώσουν ποιοι ήταν οι πραγματικοί. Τη στιγμή λοιπόν που "έπαιρνε η γούνα τους φωτιά" και οι περισσότεροι έτρεχαν να σώσουν τον εαυτό τους, μία οικογένεια έδειχνε στους άλλους το δρόμο με ύφος "άντε, κουνηθείτε, δε βλέπετε ότι καιγόμαστε;", δίχως ωστόσο να κουνηθούν από τη θέση τους οι ίδιοι. Είχαν κερδίσει τη θέση τους εκεί δικαιωματικά.
Η φράση τεμπέλ χανέ, που θα τη μεταφράζαμε ως σπίτι των τεμπέληδων ή κοινότητα των τεμπέληδων, έχει επηρεάσει την νεοελληνική γλώσσα έντονα. Αποδίδεται συχνά με το πιο λόγιο "τεμπελχανείο". Ακόμη συχνότερ χρησιμοποιείται το επίθετο "τεμπελχανάς", με σκωπτικό ή μειωτικό τόνο.

Μπες μπουτσούκ: κυριολεκτικά σημαίνει "πέντε και μισή", αλλά μεταφορικά σημαίνει ότι τρέμω από τον φόβο μου.  Είναι αντίστοιχο του ελληνικότερου "με πάει τρεις και πέντε". Εδώ αρχίζει το μπέρδεμα, γιατί στα σύγχρονα τουρκικά η παροιμία είναι  üç buçuk atmak, δηλαδή τρεις και μισή. Υπάρχει όμως και η παραλλαγή "beş atmak", οπότε πιθανόν η ελληνική εκδοχή του ρητού να συνδύασε τις δύο εκδοχές.

αναντάν μπαμπαντάν (ή αναντάμ παπαντάμ): ευρύτατα διδαδεδομένο, χρησιμοποιείται αμετάφραστο ή ελαφρώς διαφοροποιημένο σε σχέση με την τουρκική έκφραση anadan babadan, που σημαίνει "από πατέρα κι από μητέρα". Όταν αποδίδουμε σε κάποιον ένα χαρακτηρισμό, προσθέτοντας το αναντάν μπαμπαντάν εννοούμε "πάππου προς πάππου (ή πάππον για τους λάτρεις της καθαρεύουσας)".

μπιρ παρά: Απευθείας από την τουρκική φράση bir para, επιβιώνει μέχρι σήμερα και χρησιμοποιείται πανελληνίως η αντίστοιχη "μπιρ παρά". Κυριολεκτικά σημαίνει με ένα νόμισμα, και τη λέμε όταν κάποιος αγοράζει κάτι σε εξευτελιστική τιμή.

μπιτ παζάρ: Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στα δυτικά της αρχαίας αγοράς, υπάρχει το συγκρότημα "μπιτ παζάρ", το οποίο σημαίνει κυριολεκτικά "αγορά της ψείρας" (τουρκ. bit pazar).
Το μέρος αυτό στέγαζε και στεγάζει μικροπωλητές και παλαιοπωλεία το πρωί, ενώ το βράδυ έχει εξελιχτεί σε δημοφιλή νεανικό προορισμό, όπου οι σύγχρονοι Θεσσαλονικείς απολαμβάνουν φτηνό κρασί και μεζέδες.
Η "αγορά της ψείρας" δεν περιορίζεται στην ελληνική και την τουρκική, αφού η αντίστοιχη αγγλική φράση είναι "flea market" και έχει ακριβώς την ίδια σημασία, μάλλον προερχόμενη από το γαλλικό "marché aux puces". Φαίνεται πως ο συγκεκριμένος όρος πηγάζει από τα υφάσματα τα οποία πωλούνταν δεύτερο χέρι, και αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για την μετάδοση των ανεπιθύμητων ζωϋφίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αγορά με το ίδιο ακριβώς όνομα υφίσταται και στα Σκόπια και ανάγεται στα οθωμανικά χρόνια.

ασίκης και μπουλασίκης: Ασίκης κυριολεκτικά ο εραστής, ο αγαπητικός, ο γόης. Μπουλασίκης από την άλλη (τουρκ. bulaşık) ο βρόμικος, ο ανάρμοστος, ο μιαρός. Για κάποιον που παριστάνει τον μάγκα και τον νταή, αλλά στην ουσία είναι ανέντιμος και σκάρτος. 3

αμέτι μουχαμέτι: Από το "ümmeti Muhammet". Κυριολεκτικά, ο λαός (ή έθνος) του Μωάμεθ, δηλαδή περιγράφει όλους τους πιστούς της μουσουλμανικής θρησκείας. Στην νεοελληνική έχει διαφορετική σημασία και περιγράφει κάτι που πρέπει να γίνει οπωσδήποτε, με κάθε τρόπο. Για την ενδιαφέρουσα ιστορία του πώς αυτή η φράση άλλαξε νόημα στο πέρασμά της από την τουρκική στη νεοελληνική, υπάρχει πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου. 4

ντιπ για ντιπ: Dip στα τουρκικά είναι ο πάτος, το πιο βαθύ σημείο. Ντιπ για ντιπ (ή καταντίπ) στη νέα ελληνική σημαίνει εντελώς, ολότελα.

τζίτζιλι μίτζιλι: Από την τουρκική φράση "cicili bicili", που διαβάζεται τζίτζιλι μπίτζιλι. Περιγράφει μία κατάσταση επιδεικτικά απαστράπτουσα, στα όρια του ματαιόδοξου. Όταν οι Τούρκοι λένε π.χ. ότι μία γυναίκα είναι cicili bicili, περιγράφουν κάποια που φοράει πολλά αξεσουάρ, έχει πολλά φτιασιδώματα, είναι κοκέτα αλλά βγάζει μία κάπως υπερβολική εικόνα. Μάλλον από τέτοιες χρήσεις, η φράση αυτή -ελαφρώς διαφοροποιημένη- απέκτησε στην νεοελληνική μία άλλη έννοια, αυτή των μικροπραγμάτων. Μία τυπική χρήση της στην νέα ελληνική σήμερα θα ήταν "Για τα μηχανήματα και τα μεγάλα εργαλεία θα πάμε στο μεγάλο μαγαζί, τα τζίτζιλι μίτζιλι τα παίρνουμε κι από τη γειτονιά".

άι σιχτίρ: Πολλοί το αναφωνούν αυθόρμητα ως απλή έκφραση αγανάκτησης, χωρίς να αναλογίζονται το ότι siktir σημαίνει "α γαμήσου". Βέβαια, χρησιμοποιείται και στην Τουρκία ως αντίστοιχο του ελληνικού "γαμώτο", από όπου η νεοελληνική δανείστηκε και τις δύο χρήσεις.
Υπάρχει και το ρήμα με πρόσθεση νεοελληνικού επιθήματος "σιχτιρίζω", που δηλώνει ότι λούζω κάποιον με ύβρεις ή τον αναθεματίζω.

πιτς φιτίλι: Για την λέξη φιτίλι τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Προέρχεται από το τουρκικό fitil, αραβικής ετυμολογίας λέξη που περιγράφει το εύφλεκτο νήμα που χρησιμοποιείται σε κεριά και εκρηκτικά. Όσο για το αρχικό πιτς, τα πράγματα είναι πιο σκούρα. Εκ πρώτης φαίνεται να είναι ηχομιμητική, όπως υπάρχουν αντίστοιχες συνώνυμες μικρές φράσεις στα νέα ελληνικά (πατ-κιουτ, τάκα-τάκα, τσακ-μπαμ κλπ). Ωστόσο εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει η τουρκική λέξη piç.
Μία από τις σημασίες αυτής της λέξης είναι "πηγαίνω στράφι" (βλ. παρακάτω), χαραμίζομαι (βλ. ακόμη πιο κάτω), οπότε μπορεί όλη η φράση να σημαίνει "μέχρι που να χαραμιστεί ένα φιτίλι γίνεται η δουλειά". Μία από τις -πολλές και διαφορετικές- ερμηνείες που έχουν δοθεί για την έκφραση "στο πι και φι" είναι πως αποτελεί συντόμευση του "πιτς φιτίλι".

τον χαβά του/της: Aνάλογα με τα συμφραζόμενα, η λέξη hava μπορεί να έχει διάφορες έννοιες, όπως καιρός, αέρας ή κατάσταση. Όταν λοιπόν κάποιος δεν καταλαβαίνει αυτό που του λέμε, ή είναι αγύριστο κεφάλι, χρησιμοποιούμε τη φράση "τον χαβά του", εννοώντας ότι βρίσκεται σε μία δική του κατάσταση.

Πήρε το κολάι: kolay στα τούρκικα σημαίνει εύκολο. Όταν λέμε για κάποιον πως "πήρε το κολάι" εννοούμε ότι εξοικειώθηκε με κάτι σε ικανοποιητικό βαθμό. Απευθείας από την τουρκική έκφραση "kolay erişmek". Άλλωστε και η έκφραση "καλή ευκολία" αποτελεί μετάφραση του αντίστοιχου "kolay gelsin". 

Τσοτσούκ τσολούκ: Είναι η αντίστοιχη έκφραση για το "συν γυναιξί και τέκνοις", στα τουρκικά çocuk çoluk (με τη γυναίκα και τα παιδιά). Χρησιμοποιείται με ταυτόσημη έννοια από ορισμένους ομιλητές στα ελληνικά.

Καραγκιόζ μπερντέ: ο Καραγκιόζης, από το kara (σκούρος) και göz (μάτι) σημαίνει μαυρομάτης. Είναι πρωταγωνιστής του θεάτρου σκιών σε Τουρκία και Ελλάδα, με μακραίωνη παράδοση και πολιτιστική κληρονομιά. Μπερντέ από το perde (κουρτίνα) είναι η υφασμάτινη επιφάνεια πάνω στην οποία παιζόταν το λαϊκό αυτό θέατρο, ουσιαστικά η σκηνή.
Μεταφορικά η φράση χρησιμοποιείται για να περιγράψει αισθητικά αταίριαστες επιλογές, π.χ. όταν συνδυάζουμε χρώματα που δεν είναι αρμονικά, ή όταν διακοσμούμε με τρόπο άκομψο ένα χώρο.

Κουμ Καπί: Στην βορειοανατολική πλευρά της πόλης των Χανίων υπάρχει η μοναδική σωζόμενη πύλη της πόλης, γνωστή με το όνομα Κουμ Καπί (τουρκ. Kum kapısı), δηλαδή Πύλη της Άμμου. Η περιοχή αυτή είχε αμμώδη παραλία, από εκεί και το όνομά της. Είναι ακόμη γνωστή και με το όνομα Σαμπιονάρα, από παραφθορά του βενετσιάνικου Sabionera, με την ίδια σημασία.
Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι η συγκεκριμένη περιοχή παλαιότερα υπήρξε η έδρα των Χαλικούτηδων, δηλαδή αφρικανικής καταγωγής Κρητικών5

Νισάφι πια!: Aπό το τουρκικό insaf που σημαίνει έλεος ή δικαιοσύνη, αναλόγως συμφραζομένων. Προέρχεται από τα αραβικά. Αναφωνείται όταν φτάνουμε στο επίπεδο εξάντλησης της υπομονής.

Πηγε στράφι: Aπό το τουρκικό israf, αραβικής ετυμολογίας λέξη που σημαίνει σπατάλη. Στα νεοελληνικά το χρησιμοποιούμε πολύ συχνά για να εκφράσουμε κάτι που δεν αξιοποιήθηκε, που δεν απέδωσε.

Την σακουλεύομαι: Η αργκοτική φράση "την σακουλεύομαι" προέρχεται από την λέξη şakul που είναι το μεταλλικό μέρος του αλφαδιού παλαιού τύπου. Αυτός που την σακουλεύεται την έχει αλφαδιάσει τη δουλειά, δηλαδή έχει καταλάβει ή αντιληφθεί κάτι. Φαίνεται μάλλον λανθασμένη η ετυμολογία από την σακούλα, από τη στιγμή που η τουρκικής ετυμολογίας λέξη (μετράω το βάθος με το βαρίδι) είναι κοντινότερη ως έννοια. Ευρύτατα διαδεδομένη στη μάγκικη αργκό της δεκαετίας του 30 και του 40, η φράση "την σακουλεύομαι" παραμένει σε χρήση και σήμερα.

Καραβάν σαράι: Από το 1958 έως και το 2011, στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Βαμβακά στεγάστηκε το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, σε ένα μέρος του κτηρίου που ήταν και είναι γνωστό ως Καραβάν σαράι. Επρόκειτο για πανδοχεία τα οποία όμως είχαν εντός τους κάθε λογής εμπορική δραστηριότητα.6
Για τη λέξη καραβάνι υπάρχουν δύο εκδοχές: ότι ήρθε σε εμάς μέσω του πέρσικου kārwān, είτε μέσω του γαλλικού caravane και του παλαιοιταλικού caravana 7.
Όσο για το σαράι, μας ήρθε από το τουρκικό saray και πρόκειται για αραβικής ετυμολογίας λέξη που περιγράφει το παλάτι ενός σουλτάνου ή πασά.

Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι:  "Tencere yuvarlandı kapağını buldu" λένε οι Τούρκοι μέχρι και σήμερα, που σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με την πασίγνωστη ελληνική έκφραση. Περιγράφει μία κατάσταση όπου δύο πράγματα ή άνθρωποι τακιμιάζουν.
Η λέξη τέντζερης έχει κάνει μεγάλο ταξίδι για να φτάσει σε εμάς, μέσω του αραβικού tancara και του περσικού tangira. Περιγράφει το παλιό χάλκινο σκεύος που χρησιμοποιούνταν ως κατσαρόλα.
Η λέξη yuvarladı είναι επίσης ενδιαφέρουσα, αφού το ρήμα yuvarlanmak σημαίνει κυλώ, τυλίγομαι, και αυτή είναι η ρίζα προέλευσης των καθ'ημάς γιουβαρλακίων.
Η λέξη καπάκι προέρχεται από την αμιγώς τουρκική kapak.

κοτζαμ/κοτζαμάν + ουσιαστικό: kocam και kocaman σημαίνει μεγάλος, τεράστιος. Στη νεοελληνική γλώσσα χρησιμοποιούμε συχνότατα φράσεις όπως "κοτζάμ άντρας" ή "κοτζαμάν υπουργός".

χανούμ μπουρέκ: H λέξη hanım σημαίνει στα τουρκικά δεσποινίς ή κυρία αναλόγως συμφραζομένων, από όπου προέρχονται και οι "δικές μας" λέξεις χανουμάκι και χανούμισσα. Βörek από την άλλη είναι το σκεύασμα μαγειρικής ή ζαχαροπλαστικής που περιβάλλεται από φύλλο (υπάρχει άλλωστε σε χρήση και η νεοελληνική λέξη μπουρέκι).
Όπως αναφέρει και το slang.gr, επικρατεί σύγχυση σχετικά με το ποιο φαγητό ακριβώς είναι το χανούμ μπουρέκ8. Άλλοι θεωρούν ότι το χανούμ μπουρέκ είναι ένα γλυκό με ξηρούς καρπούς και σιροπιαστό κανταίφι το οποίο τυλίγεται μετά με φύλλο, άλλοι το θεωρούν ένα είδος ατομικού γαλακτομπούρεκου, ενώ σε αναζήτηση στο διαδίκτυο το λήμμα "hanım böreği" εμφανίζει αλμυρά φαγητά με φύλλο. Δεν αποκλείεται η φράση "χανούμ μπουρέκ" να αποτελεί ελληνικό νεολογισμό, παρά την τουρκική του ετυμολογία.
Όπως και να έχει, έχει πολλές συνδηλώσεις και μπορεί να σημαίνει μεταφορικά την γεματούλα γυναίκα ή την ανατολίτισσα λόγω της εμφανώς τουρκογενούς προέλευσης της φράσης, ένα ανατολίτικο σοροπιαστό γλυκό ή μία ανατολίτικη πολιτισμική επιρροή. 

εκμέκ κανταίφι:  Από την πλούσια παράδοση της οθωμανικής κουζίνας έρχεται το εκμέκ κανταίφ, τουρκιστί ekmek kadayıfı. Ekmek σημαίνει ψωμί, ενώ η λέξη kadayıf περιγράφει την γνωστή νηματοειδή ζύμη. Σερβίρεται πατροπαράδοτα με καϊμάκι και αποτελεί μία από τις κλασικές ανατολίτικες νοστιμιές.

ιμάμ μπαϊλντί:  "O ιμάμης μπαΐλντισε (λιποθύμησε)" σημαίνει κυριολεκτικά η φράση από το γνωστό και αγαπημένο στην Ελλάδα (αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες) φαγητό. 
Imam η τουρκική λέξη, με προέλευση αραβική. Αρχικά σήμαινε τον θρησκευτικό ηγέτη που καλεί τους πιστούς για προσευχή, αλλά λόγω της πολιτικής φύσης του αραβικού Ισλάμ επεκτάθηκε στο να σημαίνει και τον ηγέτη της κοινότητας. 
Το bayldı είναι ο παρελθοντικός τύπος του ρήματος bayılmak, που σημαίνει λιποθυμώ. 
Κανείς δεν αδίκησε τον ιμάμη που λιποθύμησε, με αυτή την πανδαισία μελιτζάνας, κρεμμυδιού και λαδιού που χαρακτηρίζει το πιάτο.
Για να ξορκιστεί η εμφανής οθωμανική προέλευση του φαγητού, παλαιότερα κυκλοφορούσε πολύ στην Ελλάδα ο θρύλος ότι το πιάτο το είχε κάνει χριστιανή, αφού τάχα οι μουσουλμάνες γυναίκες απαγορευόταν να μαγειρεύουν την ώρα της προσευχής, άρα δεν αποτελεί πιάτο τουρκικό. Όπως αποδεικνύει και η χρήση της συγκεκριμένης σύνταξης σε άλλα φαγητά (όπως το χουνκιάρ μπεγεντί που αναφέρεται αμέσως μετά), η παραπάνω ιστορία μάλλον είναι αστικός μύθος. 

χουνκιάρ μπεγεντί: Hünkar σημαίνει κυρίαρχος, κατ'επέκταση ο Σουλτάνος. Beğendi είναι ο παρελθοντικός τύπος του ρήματος beğenmek, που σημαίνει μου αρέσει. Επομένως θα μεταφράζαμε την έκφραση ως "Του Σουλτάνου του άρεσε". Ένα τρομερό πιάτο με πουρέ μελιτζάνας ως βάση και κομμάτια αρνίσιου ή μοσχαρίσιου κρέατος από πάνω, έχει γίνει δημοφιλές και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. 

παίρνω χαμπάρι: Από τη λέξη haber που σημαίνει είδηση, πληροφόρηση και προέρχεται από τα αραβικά. Η φράση στα νέα ελληνικά δηλώνει το αν έχω αντιληφθεί κάτι, αν έχω καταλάβει τι συμβαίνει. 

σις κεμπάπ / τας κεμπάπ: şiş είναι η αντίστοιχη λέξη που περιγράφεται στα ελληνικά ως σουβλάκι (μικρή σούβλα για τους εν Αθήνησι αναγνώστες),  ενώ η λέξη kebab είναι αραβικής ή περσικής προέλευσης, και δηλώνει το φαγητό στα κάρβουνα, χωρίς προσθήκη σάλτσας ή νερού. Tas από την άλλη είναι το κύπελλο, η γαβάθα και προέρχεται από το αραβικό tās, δανεισμένο με τη σειρά του από τα περσικά. Καθόλου παράξενο λοιπόν που "τας κεμπάπ" σημαίνει το κρέας που είναι μαγειρεμένο με σάλτσα και σερβίρεται σε βαθύ πιάτο. 

γρουσούζ λεμέ: Όταν οι μικρασιάτισσες έπιαναν κάποιον στο στόμα τους για να τον "στολίσουν", ένας από τους τυπικούς χαρακτηρισμούς ήταν το "γρουσούζ λεμέ". Το γρουσούζ, που εξελίχθηκε και στο γνωστό γρουσούζης, προέρχεται από το uğursuz. Αξίζει να αναλύσουμε αυτή τη λέξη, καθώς το επίθημα -suz/siz/sız/süz στα τουρκικά είναι το αντίστοιχο στερητικό α- των ελληνικών. Üğür είναι η τύχη (από όπου προέρχεται άλλωστε και το νεοελληνικό γούρι), άρα üğür-süz είναι ο ά-τυχος. Λεμές, από το τουρκικό elleme, είναι κυριολεκτικά αυτό που παίρνουμε με τα χέρια, αλλά στην αγροτική διαδικασία το κατακάθι, αυτό που δεν κοσκινίζεται. Μεταφορικά το χρησιμοποιούμε για τον άνθρωπο ελεϊνής ποιότητας, τον τιποτένιο.
*Διόρθωση-συμπλήρωση 28/5/20: Το γρουσούζ σίγουρα ακούγεται έτσι στα ελληνικά από τους περισσότερους ομιλητές, αλλά ετυμολογικά φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με το yüzsüz, που σημαίνει ο άνθρωπος χωρίς πρόσωπο (στην κοινωνία). Είναι άλλωστε προσβολή που χρησιμοποιείται και σήμερα από τους φυσικούς ομιλητές της τουρκικής. 

χαλάλι σου/ χαράμι να σου γίνει: Ευρύτατα χρησιμοποιούμενες και οι δύο φράσεις, έχουν καθαρά θρησκευτικό-ισλαμικό υπόβαθρο, το δανειστήκαμε από τα τουρκικά (haram: νηστίσιμο, σύμφωνο με τις θείες επιταγές / halal: αρτύσιμο, αμαρτωλό, ενάντια στις θείες επιταγές), με τη σειρά τους οι Τούρκοι δανείστηκαν από τους Άραβες, ενώ έχουμε ασχοληθεί με τη χρήση τους σε ξεχωριστό κειμενάκι.

μένει (ή αφήνει) αμανάτι: Εκ του τουρκικού emanet (που σημαίνει ενέχυρο), δανεισμένο κι αυτό από το αραβικό amānāt. Στην καθομιλουμένη δεν τη χρησιμοποιούμε πλέον με την κυριολεκτική της σημασία, αλλά θα πούμε τα ελληνικής ετυμολογίας ενέχυρο ή παρακαταθήκη. Όταν λέμε "μου άφησε αμανάτι", μάλλον εκφράζουμε δυσφορία. Αυτό έχει να κάνει με την ιστορία της δοσοληψίας με ενέχυρα. Π.χ. κάποιος παίρνει το μεταχειρισμένο μου φτυάρι με προοπτική να το αγοράσει, μου αφήνει αμανάτι ένα ρολόι και εγώ περιμένω να με πληρώσει για να του δώσω πίσω το ρολόι. Δε με αποπληρώνει όμως ποτέ, με αποτέλεσμα εγώ να βρεθώ με το ρολόι στα χέρια, ενώ μάλλον προτιμούσα τα μετρητά.

μιλάει (ή τα λέει) φαρσί: Farsi είναι τα περσικά. Έχουμε πολλές στη ζωή μας πει τη φράση "τα λέει φαρσί" για κάποιον που τα λέει καλά, και ακόμη συνηθέστερα το χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε σε ένα υψηλό επίπεδο χρήσης κάποιας ξένης γλώσσας. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία θεωρούνταν δείγμα λογιοσύνης να μιλάει κάποιος περσικά, κι από εκεί πηγάζει η συγκεκριμένη φράση. 

τσίφτης και καραμπουζουκλής: Για την ετυμολογία της λέξης τσίφτης δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, καθώς άλλοι την ετυμολογούν από το αλβανικό qiftër, άλλοι από το ελληνικό ξεφτέρι και άλλοι από το τουρκικό çift, που σημαίνει ζευγάρι, άρα ενδεχομένως ο τσίφτης να είναι αυτός που ζευγαρώνει, ο αγαπητικός. 
Καρά είναι ένα τυπικό πρόθημα που δηλώνει τον σκούρο, τον μαύρο και σε άλλα συμφραζόμενα προσδίδει την έννοια της μεγέθυνσης σε αυτό που χαρακτηρίζει (καραπόντιος, καραβολίδα). 
Bıyık είναι το μουστάκι στα τουρκικά, ενώ το επίθημα -lı θα το μεταφράζαμε ελεύθερα ως "αυτός που έχει". Επομένως ο καραμπουζουκλής (λόγω ενδεχομένως της δυσκολίας προφοράς του bıyık στα νέα ελληνικά και την ομοιότητα με τη λέξη μπουζούκι) είναι αυτός που έχει μαύρο μουστάκι, επομένως ο ανδροπρεπής. 
Δεν είναι να αναρωτιέται λοιπόν κανείς γιατί η συγκεκριμένη έκφραση περιγράφει τον άνδρα τον πολλά βαρύ.

ο καντάρ παρά ο καντάρ μπογιά: Φράση που έλεγε ο συγχωρεμένος ο παππούς μου που ήρθε πρόσφυγας από την Μάδυτο, δηλαδή "όσα είναι τα λεφτά τόση θα είναι και η μπογιά". Από την οθωμανική έκφραση o kadar para o kadar boya προκύπτει και σύγχρονη τουρκική παραλλαγή, ne kadar ekmek o kadar köfte, δηλαδή "όσο είναι το ψωμί τόσοι θα είναι και οι κεφτέδες", ανάλογα με τα υλικά που έχεις θα είναι και η παραγωγή του έργου σου. 

Συμπλήρωση 2/8/20:
έγινε γιάχμα: Από το δημοτικό κιόλας, θυμάμαι να πετούν οι συμμαθητές μου χαρτάκια ποδοσφαιριστών στον ουρανό και να φωνάζουν "γιάχμααααα!" ή κανένας ζαβολιάρης να κάνει το ίδιο τα πράγματα του διπλανού. Το γιάχμα ήταν δηλαδή μία ιαχή όταν σκόρπιζες πράγματα και όποιος προλάβαινε έπαιρνε ό,τι μπορούσε. Το slang.gr το ταυτίζει με το "σκορπάω"9. 
Πάντα αναρωτιόμουν τι να σημαίνει αυτή η περίεργη λέξη και από πού να έρχεται. Μερικοί μάλιστα το έλεγαν και "Γιάχμαν", σαν να πρόκειται για αμυντικό χαφ της εθνικής Γερμανίας. Μέχρι που στα 35 μου βρέθηκα στην Ανατολική Θράκη, μαζεύοντας από ένα δέντρο μανιωδώς βατόμουρα. Μία φίλη μου Τουρκάλα ήρθε δίπλα μου, ξεκίνησε να μαζεύει και να τρώει πατητά και μου φώναξε "γιάχμααα!". Ωπ, εδώ είμαστε, εξήγησέ το μου της λέω, τι σημαίνει αυτό: λεηλασία, πλιάτσικο. Εκ του ρήματος yağmalamak, όπως έμαθα μετά. 


Παραπομπές:
1.Αχ. Καψάλης, Οι μετονομασίες οικισμών στην Ελλάδα
2. Ελευθερία Γ. ΒουλουτίδουΤο Ιμαρέτ της Καβάλας
3. Ηλίας Πετρόπουλος, Παροιμίες του υποκόσμου
4. Νίκος Σαραντάκος, το αμέτι μουχαμέτι και η διαδρομή του
5. Εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης, Χαλικούτες, οι αφρικάνοι της Κρήτης και το χωριό τους, το Κουμ Καπί
6. iefimerida, Καραβάν Σαράι, το μυθικό κτίριο της Θεσσαλονίκης που θέλουν να αγοράσουν Τούρκοι επενδυτές
7. Η πύλη για την ελληνική γλώσσα, διαδικτυακά λεξικά, λήμμα φιτίλι
8. www.slang.gr, λήμμα χανούμ μπουρέκ


10.4.18

Εμείς και το Ισλάμ: ένα αριστούργημα του Βλάση Αγτζίδη




Κυκλοφόρησε πρόσφατα το τελευταίο -και καλύτερο κατ'εμέ- βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη με τίτλο "Εμείς και το Ισλάμ". Μπορεί στον τίτλο να κερδίζει την προσοχή η λέξη "Ισλάμ", όμως στο κείμενο φωτίζεται επαρκώς και το "Εμείς", με την έννοια ότι ακολουθείται η ροή της αποκρυστάλλωσης των θρησκευτικών και εθνικών ταυτοτήτων, που ορίζεται σε αντιδιαστολή με ένα "άλλο" πολιτισμό.

Όπως εύστοχα δηλώνεται στο βιβλίο, ο χώρος και ο πολιτισμός του Ισλάμ δεν έχει για τον ελληνισμό την απόσταση που έχει για τον υπόλοιπο "δυτικό" κόσμο, αλλά πρόκειται για μία αλληλοδιαδοχή συγκλίσεων και συγκρούσεων σε κοινό χώρο. Έτσι, η προσέγγιση από τη σύγχρονη ελληνική έρευνα είναι σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένη από τον οριενταλιστικό χαρακτήρα, την μετα-αποικιοκρατική ματιά και την αίσθηση κάποιας δυτικού τύπου "ανωτερότητας". Η ελληνική παράδοση, είτε στη ρωμαίικη είτε στο νεοελληνική της εκδοχή, έχει άμεσα συνδιαλλαγεί ή συγκρουστεί με το Ισλάμ, τόσο στην περίπτωση του χαλιφάτου των Αββασιδών, του εμιράτου της Κρήτης και τελικά του τουρκικού Ισλάμ.

Από την άλλη πλευρά, το κείμενο δεν επικεντρώνεται μόνο στην εξιστόρηση των επαφών αυτών, αλλά επιδιώκει να ορίσει και την αλληλεπίδραση σε παρόντα χρόνο και τόπο. Ορισμένες σκέψεις και θεματικά κέντρα που μου έκαναν εντύπωση διαβάζοντάς το:

-Η ταύτιση του όρου "Τούρκος" με τον όρο "Ισλάμ" στην ελληνική λαϊκή αντίληψη

-Η σχέση της οθωμανικής τζιχάντ με τον α' παγκόσμιο (Γερμανία, Αυστρία) και οι γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών

-Η ισχυροποίηση του ισλαμιστικού ρεύματος από την ανάμνηση της αποικιοκρατίας και την αυξανόμενη ισχύ της Δύσης

-Το ιστορικό της χρησιμοποίησης ακραίων ισλαμιστών όπως ο Οσάμα Μπιν Λάντεν ως "αντι-σοβιετικών στρατιωτών" εκ μέρους της CIA

-Η διαμόρφωση και ο επανακαθορισμός της έννοιας "ελληνικό έθνος" στο πέρασμα των αιώνων

-Η αρχή του Ισλάμ ως μία φυλετική θρησκεία της ερήμου και η εξέλιξή της ισλαμικής Ούμας σε μία "υπερφυλή" και φορέα ενοποίησης των αραβικών πληθυσμών

-Οι σχέσεις αρσενικού-θηλυκού και Αλλάχ-πιστού

-Οι ιδιαιτερότητες της Σαρία ως θρησκευτικού νόμου επί γης

-Η ιστορία των χαλιφάτων που επεδίωξαν να εφαρμόσουν και να επεκτείνουν τη δύναμη του Ισλάμ συνδυάζοντας θρησκευτική και κοσμική εξουσία

-Ο ελληνικής καταγωγής Jawhar που από σκλάβος κατέληξε στρατηγός των Φατιμιδών και ίδρυσε την πόλη Κάιρο

-Ο Τζελαλεντίν Ρουμί, που προώθησε τον θρησκευτικό συγκρητισμό, την οινοποσία και την ισότητα στον έρωτα

-Η αραβοποίηση, καταστροφή και επανεποικισμός της Κρήτης από Έλληνες του μικρασιατικού, καυκάσιου και ελλαδικού χώρου.

-Ο Ιωάννης Δαμασκηνός που έζησε στην αυλή των Ουμαγιαδών ασκώντας το αξίωμα του αρχιγραμματέα

-Ηράκλειος και Ν. Φωκάς: η θρησκευτική διάσταση στους βυζαντινο-αραβικούς πολέμους

-Γεώργιος ο Τραπεζούντιος και η επιστολή του στον Μωάμεθ τον Πορθητή

-Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σε Ισλάμ και Δύση εκ μέρους του Βυζαντίου στα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας

-Σκέψεις για την πιθανότητα ύπαρξης ενός μετριοπαθούς Ισλάμ σήμερα

Μία ιστορική, θρησκειολογική και κοινωνική μελέτη "από το πάνω ράφι" που συστήνω ανεπιφύλακτα στους λάτρεις της ιστοριογραφίας. 

2.4.16

Η Σύρος, ο Σύρος, ο Σύριος και ο Συριανός

Έχουμε ακούσει τον τελευταίο καιρό να γίνεται λογος για "Σύριους πρόσφυγες" αλλά και για "Σύρους". Εύλογα λοιπόν μπορεί να προκύψει το ερώτημα, προς τι αυτή η γλωσσική διμορφία;
Γιατί άλλοι ονομάζουν τους κατοίκους της Συρίας "Σύριους" και άλλοι "Σύρους";
Το τοπωνυμικό "Σύρος" λοιπόν, απευθύνθηκε στον κάτοικο της Συρίας για να μην δημιουργείται σύγχυση με τον κάτοικο της νήσου Σύρου. Αυτό όμως, σε βάθος χρόνου έχει αποδειχτεί περισσότερο μπέρδεμα παρά λύση: ένας σεβαστός αριθμός ομιλητών της ελληνικής έχει καθιερώσει το "Σύριος" για τον κάτοικο της Συρίας, ενώ για τον νησιώτη εκ Σύρου προτιμά το τοπωνυμικό "Συριανός" (κατά το Σφακιανός, Καλαματιανός κλπ.). Μάλιστα, το Συριανός έχει καθιερωθεί ως επώνυμο, που όπως είναι γνωστό συχνά φανερώνει την ιδιαίτερη καταγωγή κάποιου. Παρόλο που υπάρχει και το επώνυμο "Σύριος", αυτό βρίσκεται κυρίως σε Αττική και Πελοπόννησο, και καθόλο στην ίδια τη Σύρο. Εξάλλου, η λαϊκή ονομασία της Σύρου είναι "Σύρα", όπως μας έχει σωθεί και στην αυτοβιογραφία του μεγάλου ρεμπέτη που καταγόταν από το νησί, του Μάρκου Βαμβακάρη: 
"Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου." 1
Όπως έχει αποδειχτεί σε πολλές περιπτώσεις, η λαϊκή γλώσσα είναι ένα βήμα μπροστά από την κανονιστική φιλολογία.
Η εμφάνιση του επωνύμου "Συριανός" στην Ελλάδα

Η εμφάνιση του επωνύμου "Σύριος" στην Ελλάδα  2


Σύρα- Μάρκος Βαμβακάρης
________________________________________________________________


1. Μάρκος Βαμβακάρης, αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση 1978
2. Εμφάνιση ανά χρήστη τηλεφωνικής συσκευής: http://apps.vrisko.gr/apo-pou-krataei-i-skoufia-sou

14.3.16

Στον Σαχίρ, που παίξαμε μαζί μπάλα

"Όλα όσα ξέρω για την ηθική και την αίσθηση καθήκοντος τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο."
Αλμπέρ Καμύ

Εμείς είχαμε πάει να βοηθήσουμε στην κουζίνα. Πόσα χέρια; όσα μπορείτε και πήγαμε καμία εικοσιπενταριά. Θυμάμαι τι αστείο έδινε κι έπαιρνε όταν πηγαίναμε και τι κουρασμένη σιωπή υπήρχε όταν γυρνούσαμε. Σκηνές μέχρι εκεί που έπιανε το μάτι σου, πλαστικά κουτιά και λασπουριά δίπλα στις ράγες του τρένου. Η Ειδομένη, ένα χωριό στα σύνορα που δεν τράβηξε ποτέ τα φώτα της δημοσιότητας, γέμισε δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο, που βρέθηκαν εκεί για να τραβήξουν ένα πλάνο και να στείλουν ρεπορτάζ. 
Τεράστιοι πληθυσμοί εγκλωβισμένοι επ'αόριστον, αφού μερικές δεκάδες μόνο θα περάσουν κάθε μέρα τα σύνορα για να κατευθυνθούν προς βορειότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι υπόλοιποι θα παραμείνουν εδώ, προσπαθώντας με όποιο τρόπο μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Κάνοντας μπάνιο σε προκάτ ντουζιέρες, περιμένοντας για το μεσημεριανό συσσίτιο, ξαπλώνοντας σε ένα αντίσκηνο στο χώμα. 
Είχαμε κάτι σακούλες με συσκευασμένα τρόφιμα που τα είχαμε κουβαλήσει από Θεσσαλονίκη, κι εγώ κρατούσα μία στα χέρια μου. Περπατώντας προς τη σκηνή όπου θα δουλεύαμε, μου είπε ένας φίλος "ρε συ δεν τα δίνεις στα παιδιά; μην τα κουβαλάμε και άδικα ως εκεί", κάτι που μου φάνηκε πολύ λογικό. Με το που με είδαν όρμηξαν γύρω στα δέκα πιτσιρίκια πάνω μου, την πρώτη συσκευασία την έδωσα εγώ, τις υπόλοιπες βούτηξαν μέσα και τις άρπαξαν σαν να έβλεπαν το μάννα εξ'ουρανού. Ένας μεγαλύτερος Σύρος πλησιάζει και τα μαλώνει. Μία εθελόντρια του Ερυθρού Σταυρού μαλώνει εμένα "Δεν έπρεπε να τους τα δώσετε έτσι". Όντως, δεν έπρεπε να τους τα δώσω έτσι, και το κατάλαβα από τα μάτια των παιδιών που δεν πρόλαβαν.
Η επικαιρότητα αλλάζει ακόμη και μέσα στη μέρα: Έκλεισαν τα σύνορα. Τόσοι τη μέρα. Άλλος αριθμός την επόμενη. Συνεδριάζουν στην Ευρώπη. Αποφασίζονται άλλα, εφαρμόζονται άλλα. Ένας ποταμός ειδήσεων που το μόνο που γεννάει στους ανθρώπους αυτούς είναι πανικό και αβεβαιότητα.
Οι μάγειρες ετοιμάζουν το φάγητό μέσα σε ένα κοντέινερ με υποτυπώδεις υποδομές. Το βγάζουν σε μεγάλες λεκάνες και σε ένα διπλανό δωμάτιο γίνεται η προετοιμασία των μερίδων. Στην αρχή μεθοδικά, με πακετάρισμα και νερό, όσο πλησιάζει η νύχτα και υπάρχουν ακόμη άνθρωποι χωρίς φαγητό, όλο και πιο βιαστικά. Για να φάνε οι τελευταίοι, κι αφού το μαγειρεμένο έχει τελειώσει, βγαίνει ό,τι συσκευασμένο υπάρχει σε δωρεές από την αποθήκη. Το βράδυ, έχοντας γυρίσει στο σπίτι, είχα εφιάλτες με μάγειρες που τρέχαν αλαφιασμένοι ενώ οι φωνές τους τρυπούσαν τα αυτιά μου "δε φτάνει το φαί!" και κόσμος να μαλώνει απέξω.
Στα διαλείμματα κάναμε βόλτες στον πρόχειρο καταυλισμό. Όσα παιδιά δεν είχαν καταβληθεί από το κρύο και την υγρασία, ήταν στον κόσμο τους. Θαύμασα την ανεμελιά των παιδιών, που μπορούσαν να παίξουν κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Μέσα στη γούρνα με τη λάσπη που απέφευγαν όλοι, έβαλαν ένα κιβώτιο κι έπαιζαν τον βαρκάρη, με κουπιά από κλαδιά που βρήκαν παραδίπλα. Με μία μπάλα που είχαν φέρει κάποιοι εθελοντές, έδιναν πάσες σε κύκλο. Ένας εικοσάρης που συμμετείχε στο παιχνίδι έκανε τον διαιτητή -με σφυρίχτρα παρακαλώ- και σταματούσε το παιχνίδι όποτε ήθελε να περάσει κάποιος. Ο Σαχίρ ήθελε να έρθει στην απέναντι μεριά του κύκλου, κρατούσε κι ένα ποτήρι με γάλα ενώ ψευτοκλοτσούσε, ήταν σειρά μου να παίξω,τον βρήκε η μπάλα κι έπεσε. Έκανε να κλάψει αλλά τον τράβηξα αμέσως στο κοντέινερ να τον σκουπίσω και να επανορθώσω για το γάλα. Αν υπάρχει αυτό που λέμε "πατρικό αίσθημα" πρέπει να μου δημιουργήθηκε περισσότερο από ποτέ. Βασικός νόμος του ποδοσφαίρου της αλάνας, αν πέσεις και δεν έχεις χτυπήσει σε ανυπόφορο βαθμό, πρέπει να ξανασηκωθείς και να συνεχίσεις. Ο Σαχίρ το είχε μάθει πριν παίξει ποδόσφαιρο, αφού βρέθηκε να δύο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του με λασπωμένα παπούτσια. Σηκώθηκε και συνεχίσαμε.Μακάρι τώρα που άρχισαν οι ανοιξιάτικες καταιγίδες της Ευρώπης, να είναι κάπου ζεστά.

14.1.16

Η αργκό του γηπέδου (γ'μέρος)

Όσοι παρακολουθείτε καιρό το ιστολόγιο, θα έχετε διαπιστώσει ότι η καταγραφή του συγκεκριμένου κοινωνικού ιδιώματος είναι μία από τις αγαπημένες μου δραστηριότητες. Σήμερα συνεχίζω με το τρίτο μέρος της "αργκό του γηπέδου", όπου έχω συγκεντρώσει λέξεις και φράσεις που ακούγονται στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, στα ραδιόφωνα, στις παρέες και τα καφενεία.

Κατενάτσιο: Η λέξη προέρχεται, και όχι τυχαία, από το ιταλικό catenaccio (αμπαρωμένη πόρτα). Η ιταλική σχολή άμυνας ήταν ανέκαθεν από τις διασημότερες. Πρόκειται για την μαζική άμυνα που δίνει προτεραιότητα στην καταστροφή του παιχνιδιού του αντιπάλου, ενώ το σκοράρισμα (εάν συμβεί) θα γίνει με αντεπιθέσεις. Είναι ο κλεφτοπόλεμος του ποδοσφαίρου, λέγεται και αντιποδόσφαιρο από τους αντιπαθούντες. Επίσης είναι σε χρήση και η φράση "τσούκου τσούκου μπολ" για να περιγραφεί η συγκεκριμένη στρατηγική. 

Αράουτ: το πλάγιο άουτ. Από την αγγλική φράση "our out".

Τον πέρασε σαν σημαδούρα: Εύγλωττη φράση που δηλώνει μία επιδέξια ντρίπλα όπου ο αμυντικός έχει μείνει ακίνητος. Υπάρχει και η φράση "τον πέρασε σαν σταματημένο".

Έμεινε άγαλμα: Αυτή η φράση χρησιμοποιείται συνήθως για τον τερματοφύλακα, ο οποίος δέχεται ένα τόσο δυνατό ή ξαφνικό σουτ, που αδυνατεί ακόμη και να κινηθεί από τη θέση που βρίσκεται.

Παγκίτης: Ο μόνιμος "κάτοικος" του πάγκου μίας ομάδας, και είναι διαθέσιμος συνήθως ως αλλαγή.

Μεταξύ πάγκου και εξέδρας: Ο παίκτης που είναι τόσο "δεύτερη" λύση, που άλλοτε βρίσκεται στον πάγκο ως αλλαγή και άλλοτε εκτός αποστολής, με αποτέλεσμα να παρακολουθεί το παιχνίδι από την εξέδρα.

Στον ασβέστη: Στο γήπεδο, στον αγωνιστικό χώρο. Έκφραση βγαλμένη από την διαδικασία χάραξης των γραμμών με ασβέστη.
-Μεγάλο φορ πήραμε λέει.
-Θα τον δούμε στον ασβέστη.

Τάκλιν στην καρωτίδα: Το βάναυσο, αντιαθλητικό τάκλιν, συνήθως με υψωμένο το πόδι του αμυνόμενου για να προκαλέσει ζημιά στον αντίπαλο. Περιγραφικότατο.

Σώζω την κατηγορία: Συγκεντρώνω τους απαιτούμενους βαθμούς για να μείνω σε μία συγκεκριμένη κατηγορία.

Περνάει μέσα από τους παίκτες / Πέρασε από μέσα του: Ο παίκτης που είναι τόσο επιδέξιος με την ντρίπλα, που περνάει σαν φάντασμα μέσα από τους αμυνόμενους που προσπαθούν να τον σταματήσουν.

Καραβιά: Μαζική μεταγραφική κίνηση ξένων παικτών αμφιβόλου ποιότητας, με την ελπίδα να βγει κάποιο "λαχείο".
"Έφεραν στις μεταγραφές του Γενάρη μία καραβιά παίκτες μήπως σωθούν"

Ματιασμένος ή ματιαγμένος: λέξη βγαλμένη από την λαϊκή αντίληψη περί βασκανίας. Όταν ένας παίκτης είναι εκτός φόρμας, είτε επειδή βρίσκεται σε κακή μέρα, είτε επειδή υπονοείται χρηματισμός του.
"Πως παίζει έτσι σήμερα το δεκάρι μας; Ματιαγμένος είναι;"

Ντεφορμέ: Εκτός φόρμας. Από το γαλλικό déformé(e).
"Ντεφορμέ όλη η ομάδα σήμερα. Ούτε επίθεση δε μπορούμε να βγάλουμε".

Μύτο, μυτάκι ή ξερό: Όπως υποδηλώνει η λέξη, το μύτο γίνεται με τη μύτη του παπουτσιού, είναι σουτ μέγιστης δύναμης αλλά ελάχιστης ακρίβειας, ενώ στην εκτέλεση μπορεί να καταλήξει ευθύβολο ή εντελώς εκτός στόχου.
"Πως βαράς έτσι με το μύτο, όποιον πάρει ο Χάρος!"

Διαβήτης: Μπαλιά (συνήθως σέντρα) με τόσο σωστό υπολογισμό και εκτέλεση, που είναι σαν να έγινε με διαβήτη. Χρησιμοποιείται και για να περιγράψει ποδοσφαιριστή που έχει την συγκεκριμένη δεξιοτεχνία.
"Μπαλιά-διαβήτης από τον δεξιό μέσο που βρήκε αμαρκάριστο το συμπαίκτη του"
"Τι διαβήτης αυτός ο χαφ. Ούτε μία λάθος σέντρα δεν έχει βγάλει σε όλο το ματς"

Τακουνάκι: Το να χρησιμοποιήσει τη μπάλα κάποιος παίκτης με το πίσω μέρος του ποδιού, δηλαδή το τακούνι.

Κατούρα να φύγουμε: Λέγεται για πολύ βαρετό ποδοσφαιρικό παιχνίδι. Η συγκεκριμένη φράση προέρχεται από φάρσα του στρατού, όπου το πρωί οι οπλίτες πήγαιναν στην τουαλέτα βιαστικά και η ατάκα αυτή κυριαρχούσε. Το βράδυ οι πλακατζήδες του θαλάμου ψιθύριζαν τη συγκεκριμένη έκφραση σε κάποιον συφάνταρο που κοιμόταν, με αποτέλεσμα να "τα κάνει" πάνω του.
"Ενενήντα λεπτά κλοτσούσαν τη μπάλα από τη μία περιοχή στην άλλη. Κατούρα να φύγουμε ήταν το παιχνίδι"

Ζαλίζω τη μπάλα: Χρησιμοποιείται για παίκτη ο οποίος κάνει υπερβολική χρήση της ντρίπλας χωρίς αποτελέσματα.
"Πολύ τη ζαλίζει αυτός τη μπάλα, γιατί δεν παίζει πιο απλά;"

Ζογκλέρ: Παίκτης με μεγάλη τεχνική κατάρτιση, χωρίς την αντίστοιχη εκτελεστική δεινότητα. Από τη γλώσσα του τσίρκου.
"Πολύ ζογκλέρ ο νέος αλλά στο πλεκτό δεν τη βάζει"

Πολύ κλοκλό κι από τηγανίτα τίποτα: Όταν υπάρχει θέαμα και όχι αποτέλεσμα, ή όταν γίνεται μεγάλος ντόρος χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος. Υπάρχει η λαϊκή φράση "πολύ λάδι κι από τηγανίτα τίποτα" ενώ το κλοκλό είναι μάλλον ηχομιμητική λέξη από τον ήχο του λαδιού που βράζει.

Κυρία: Ο παίκτης που είναι ντελικάτος και τεχνίτης, αλλά δύσκολα θα βάλει τα πόδια του σε μία προσωπική μονομαχία ρισκάροντας τραυματισμό.

Ως μη γενόμενη η φάση: Κυρίως δημοσιογραφική φράση για να δηλώσει οτιδήποτε γίνεται μετά από κάποιο σφύριγμα διαιτητή που διακόπτει το παιχνίδι.
"Ως μη γενόμενη η φάση, το γκολ που μπήκε δεν μετράει γιατί ο διαιτητής είχε σφυρίξει οφσάιντ"

Τρένο: Η ομάδα που πηγαίνει ασταμάτητα από νίκη σε νίκη.
"Τι τρένο είναι ο Λεβαδειακός φέτος ρε παιδί μου..."

Στραγάλι: Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαιτησία, αλλά και τον ίδιο τον διαιτητή. Από το στραγάλι της σφυρίχτρας.
"Καλά έπαιξε μωρέ ο Ολυμπιακός, αλλά είχε μαζί του και το στραγάλι"

Τετ-α-τετ: Από το γαλλικό tête-à-tête. Όταν ο επιθετικός βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον αντίπαλο τερματοφύλακα. 

Τζαρτζάρισμα, τζαρτζάρω, τζαρτζ: Πιθανώς από το αγγλικό charge. Η επιθετική εφόρμηση με το σώμα εκ μέρους αμυνόμενου παίκτη για να εκτοπίσει αντίπαλο. 

Κριάρι: Ο παίκτης με εντυπωσιακά φυσικά προσόντα, ο δυναμικός αλλά εντελώς άτεχνος. Συνηθέστερα χρησιμοποιείται για αμυντικούς. 
"Τι κριάρι αυτό το σέντερ μπακ θεούλη μου, ούτε στρίβει ούτε πασάρει, μόνο αγνό ξύλο!"

Λόμπα ή σκαφτό: Το είδος εκτέλεσης που αντί να στείλει τη μπάλα ευθύβολα, προσπαθεί να της δώσει ύψος έτσι ώστε να διαγράψει μεγάλο τόξο και να "κρεμάσει", όπως λέγεται στην ποδοσφαιρική ορολογία, τον αντίπαλο τερματοφύλακα. Θεωρείται τελείωμα μεγάλης τεχνικής και προκαλεί τον εντυπωσιασμό της κερκίδας.
"Τι σεντερφοράρα έχουμε ρε συ, μόλις είδε το τέρμα να βγαίνει λίγα μέτρα έκανε τη λόμπα και αντί να τον πλασάρει τον ξεφτίλισε"

Αίλουρος: Αίλουρος είναι η αρχαιοελληνική λέξη για την αγριόγατα, στο ποδόσφαιρο όμως χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον ευκίνητο τερματοφύλακα που κάνει εντυπωσιακές επεμβάσεις.
"Δείτε τον τερματοφύλακα της Μπάγερν, πετάχτηκε σαν αίλουρος και μπλόκαρε τη μπάλα σε φάουλ-κεραυνό".

Σαπάκι: Από το σάπιος, συν το υποκοριστικό. Λέγεται για παίκτη μειωμένων δυνατοτήτων.
"Τι σαπάκια μας κουβαλήσανε πάλι τον Γενάρη, αυτοί οι δύο δεν μπορούν να κάνουν ούτε κοντρόλ"

Διαβάστε επίσης:

Η αργκό του γηπέδου (α' μέρος)

Η αργκό του γηπέδου (β' μέρος)

15.3.15

Και ξαφνικά είμαστε όλοι Βαγγέληδες

Είναι πολύ δημοφιλής τελευταία η συζήτηση για τον εκφοβισμό, που έχει περάσει ευρύτερα στο νεοελληνικό λεξιλόγιο με δάνειο από την αγγλική ως bullying. Η περίπτωση του Βαγγέλη Γιακουμάκη, του φοιτητή ο οποίος βρέθηκε σήμερα νεκρός, την έκανε ακόμη πιο επίκαιρη. Ελάχιστη σημασία έχει για μένα εάν ο άνθρωπος αυτός εξωθήθηκε στην αυτοκτονία μέσω ψυχολογικού πολέμου που έκανε τη ζωή του ανυπόφορη, ή εάν μιλάμε για φυσική αυτουργία εναντίον του. Το θέμα είναι ότι δίπλα στη λέξη εκφοβισμός, εμείς οι μεγαλύτεροι, κολλάμε τα επίθετα "σχολικός" ή "διαδικτυακός". Κακώς. Γιατί η ουσία του εκφοβισμού δεν έχει να κάνει με την ηλικία, ούτε είναι κάποια ιδιαιτερότητα του ίντερνετ. Απλώς, όσο μεγαλώνουμε, μεγαλώνει και η υποκρισία μας. Έτσι μιλάμε περισσότερο πίσω από την πλάτη, για πράγματα τα οποία όταν είμαστε μικρότεροι, λέμε κατά πρόσωπο.
Όποια ηλικία και να έχουμε όμως, το θύμα έχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό: τη διαφορετικότητα. 
Τη διαφορετικότητα από ένα πρότυπο εμφανισιακής ή συμπεριφορικής ομοιογένειας που μας υποδεικνύεται από τις κοινωνικές νόρμες. Ο χοντρός. Ο κοντός. Ο θηλυπρεπής. Η λεσβία. Ο παράξενος. Ο εσωστρεφής. 
Για τα παιδιά υπάρχουν αρκετά ελαφρυντικά. Ο φόβος -όπως η βία- είναι ένας κύκλος και ξεκινάει από το ίδιο το άτομο που προβαίνει στην πράξη του εκφοβισμού: υπάρχει μεγάλος φόβος μην τυχόν και δε γίνει αποδεκτός από την κοινότητα, και εξαπολύει την επίθεσή του ενάντια στον πιο αδύναμο. 
Και πάω να εξηγήσω γιατί με ενοχλεί η υποκρισία των ενηλίκων: αφού κι εμείς οι "μεγάλοι" χαχανίζουμε πίσω από την πλάτη του θηλυπρεπή άντρα ή της χοντρής κυρίας, είναι πέρα για πέρα σκάρτο να κουνάμε το δάχτυλο στα παιδιά για ένα κόσμο που φτιάχνεται κατ'εικόνα και καθ'ομοίωσιν των δικών μας αδυναμιών.

17.11.12

Πολυτεχνειοτερατολογία. (Η "σιωπηλή γενιά" ενάντια στο Πολυτεχνείο)

Τι εννοούμε με τον όρο "γενιά";
Μία ομάδα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά ηλικιακά, σε πρώτο βαθμό.
Μία ομάδα ανθρώπων με κοινά βιώματα, αφετηρίες, δράσεις, σε δεύτερο. 
Μία ομάδα που αναπτύσσει τα δικά της χαρακτηριστικά, διακριτά από την προηγούμενη και από την επόμενη, σε τρίτο. 
Ο χωρισμός των ανθρώπινων ζωών σε γενιές είναι κοινό γνώρισμα των ανθρωπιστικών επιστημών (π.χ. "η Γενιά του τριάντα" στη λογοτεχνία), και πάντα έχει ένα βαθμό αυθαιρεσίας, από τη στιγμή που τοποθετεί τις διαφορές μεταξύ ατόμων σε δεύτερη μοίρα, και αναλύει μακροσκοπικά δίνοντας προτεραιότητα στις ιστορικές ομοιότητες.
Σήμερα στο στόχαστρο βρίσκεται η "Γενιά του Πολυτεχνείου". Μία γενιά που κατά τις προηγούμενες δεκαετίες εξυψώθηκε, υμνήθηκε, έγινε ως ένα βαθμό καθεστώς.
Το Πολυτεχνείο ήταν μία σύγχρονη λαϊκή εξέγερση με ό,τι αυτό συνεπάγεται: μαζικότητα, μαχητικότητα, συνθήματα, αιτήματα, αντίκτυπο. 
Οι άνθρωποι που συσπειρώθηκαν γύρω από αυτήν την κοινωνική εξέγερση πήραν μία για πάντα τη στάμπα της "γενιάς του Πολυτεχνείου". 
Και όμως, αυτή η φαινομενικά συμπαγής ομάδα (με ένα από τα κεντρικά συνθήματα το "Όλοι ενωμένοι") είχε από τη γέννησή της τόσο διαφορετικούς προσανατολισμούς! Κανείς δε μπορεί να πει ότι όλοι όσοι βρίσκονταν στο Πολυτεχνείο είχαν την ίδια ιδεολογία, ή τους ίδιους σχεδιασμούς σε περίπτωση που θα έπεφτε η Χούντα. 
Τους ένωσε η κοινή απόγνωση για την κατάσταση που βίωναν εκείνη τη στιγμή. Και γι'αυτό τους ακολούθησε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, ανεξάρτητα εάν ανήκε στον φοιτητικό χώρο ή όχι. 
Όταν λέμε "Γενιά του Πολυτεχνείου" δεν μιλάμε μόνο για τους ανθρώπους που έκαναν πολιτική καριέρα με αφετηρία την εξέγερση. Αυτοί υπάρχουν σε κάθε αντίστοιχη στιγμή της ιστορίας. Μιλάμε για όλους εκείνους που φώναξαν "παρούσα" και "παρών" σε μία κρίσιμη πολιτική απόφαση. 
Για να ορίσουμε τη "Γενιά του Πολυτεχνείου", πρέπει να ορίσουμε που τελειώνει αυτό το σύνολο.

29.10.12

Προσωπικά δεδομένα (με αφορμή τη δίωξη του Κ. Βαξεβάνη)

Περίεργο πράγμα αυτή η προστασία των "προσωπικών δεδομένων". 
Φαίνεται πως δεν ισχύουν για πάμφτωχες, τοξικοεξαρτημένες γυναίκες, οι οποίες διαπομπεύονται  από το ίδιο το κράτος.
Ασφαλώς και δεν ισχύουν για νέα παιδιά τα οποία αφού έχουν υποστεί υπέρμετρη βία, δημοσιοποιούνται όλα τους τα στοιχεία, και καταργείται στην πράξη ακόμη και το τεκμήριο αθωότητας.
Όταν όμως δημοσιοποιηθούν ονόματα και λογαριασμοί επιφανών επιχειρηματιών, εθνικών "ευεργετών" και ορισμένων πολιτευτών με λογαριασμούς στην Ελβετία, εκεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων διαφυλάσσεται με λύσσα. Γίνεται ιερός σκοπός.Και διώκεται όχι ο φερόμενος ως δράστης οικονομικών εγκλημάτων, αλλά εκείνος που δημοσιοποιεί.
Τον οποίο ονόμασαν "δημοσιογράφο" ακριβώς για αυτόν τον λόγο
Στη χώρα που λέγεται Ελλάδα, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι οι δημοσιογράφοι. 
Για τους υπόλοιπους έπρεπε να χρησιμοποιείται ο όρος "πληρωμένη πένα". 
Γιατί πολλοί είναι αυτοί που γράφουν αυτά που οι δυνατοί θέλουν να γράψουν, και ελάχιστοι όσοι γράφουν αυτά που δυνατοί δεν θέλουν να γραφτούν. 
Και η χρήση των "προσωπικών δεδομένων" με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την περίσταση, αποτελεί  απόδειξη του ότι η κοινωνία μας είναι βουτηγμένη στην υποκρισία μέχρι το λαιμό. 
Η σύνδεση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με το χρήμα, έχει γίνει πλέον πρόβλημα συστημικό της κοινωνίας μας. Φαίνεται πως αποκτάς υπόσταση, προσωπικότητα και προσωπικά δεδομένα όσο ανεβαίνουν τα μηδενικά του τραπεζικού σου λογαριασμού. Κι όταν δεν έχεις, λογαριάζεσαι εσύ ο ίδιος ένα μηδενικό. 
Η σκληρότητα είναι εδώ, για τους ανθρώπους που βρίσκονται εκτός κορυφής της πυραμίδας εξουσίας. Το δάχτυλο ξεκίνησε να δείχνει την "πουτάνα", το "πρεζόνι", τον "αναρχικό", τον "μετανάστη", τον "πούστη". Και όποιος ταυτίζεται με το δάχτυλο και γελάει χαιρέκακα, σύντομα θα δει να στρέφεται και εναντίον του. Μέχρι να μιλήσει ένα "Εμείς". 

12.8.12

Πόσο πάει σήμερα η ελληνική σημαία;


Ένα από τα πιο γνωστά εμπορικά σλόγκαν στην Ελλάδα ήταν για χρόνια το "είναι κεφάτη, γυρίζει απ' του Βερόπουλου".



Σήμερα πια,. τι κεφάτη να είναι η γυναίκα που πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ μετρώντας ψιλά, ήταν και ψιλοσεξιστική η διαφήμιση, μπήκε με τη σειρά της στην εφεδρεία. 
Το πρώτο που θα δεις ως σλόγκαν πλέον στα νέα διαφημιστικά της γνωστής αλυσίδας καταστημάτων, είναι το "ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. ΒΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ."
Δεν είναι στην πρόθεσή μου να δυσφημίσω τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ποσώς με ενδιαφέρει. Αντί για τον Βερόπουλο θα μπορούσα να αναφερθώ σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που δρα κατ'αυτόν τον τρόπο. 

18.6.12

Αναμνήσεις από το μέλλον



Κανείς δεν θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα 'χει
ούτε μισό μισοσβησμένο όχι.
Θα βουλιάζουμε - βουλιάζουμε -
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.

10.6.12

Για μία λογική εξήγηση του φαινομένου "Χρυσή Αυγή"

Στους νεκρούς του Διστόμου, (ανάμεσά τους πολλές γυναίκες και παιδιά), που εκτελέστηκαν κατά εκατοντάδες σαν σήμερα, 10 Ιουνίου 1944.
Στον προπάππο μου, που πήγε άοπλος από ναζιστική σφαίρα σε αντίποινα. 
"Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι" 
Χατζηδάκις

Οι χρυσαυγίτες δεν έπεσαν από τον ουρανό το 2012. Υπήρχαν στην νεοελληνική κοινωνία πολύ πριν, χωρίς ωστόσο να έχουν ποτέ αξιόλογο έρεισμα στη λαϊκή συνείδηση. Ενδεικτικό είναι ότι στις εκλογές του 2009 η συγκεκριμένη οργάνωση έλαβε το 0,29% των ψήφων (19.636 ψηφοδέλτια πανελλαδικά), μένοντας πίσω από το χιουμοριστικό κόμμα του Δημοσθένη Βεργή και ξεπερνώντας οριακά την Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη. 
Ούτως η άλλως, ο λόγος για τον οποίο η Χρυσή Αυγή απασχολούσε την επικαιρότητα, δεν ήταν η παρουσία της στον δημόσιο διάλογο ή τις εκλογές. Ως μία τυπική νεοναζί γκρούπα, πρωτοστάτησε σε φαινόμενα ακραίας ρατσιστικής και εθνικιστικής βίας, με ελάχιστη αποδοχή στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.
Τι μεσολάβησε και φτάσαμε στο 6,97% των εκλογών Μαΐου 2012;

25.4.12

Η επιστροφή του εθνικού κιτς

Το "κιτς" είναι μία έννοια αισθητική σε πρώτο βαθμό. Προερχόμενη από το γερμανικό "Kitsch", δηλώνει κάθε έργο χαμηλής αξίας, μαζικής παραγωγής, το οποίο παραπέμπει ή αναπαράγει πρότυπα σχετικά καταξιωμένα στην κοινή συνείδηση. 
Το κιτς βασίζεται σε συμβάσεις, τρέφεται από τη μίμηση.
Κιτς είναι τα πανομοιότυπα κάδρα που αγόραζαν οι γιαγιάδες μας από την λαϊκή αγορά, παρίσταναν φυσικά τοπία ή κάποια όμορφη κοπέλα, και μπορούσες να τα δεις εκτός από το σπίτι της δικής σου γιαγιάς, και σε οποιοδήποτε γειτονικό σπίτι. Σπάνια αντιμετωπίζαμε τα κάδρα αυτά με κάποια καλλιτεχνική εκτίμηση, ο σκοπός τους ήταν να "διακοσμούν" και όχι να "εκφράζουν".

5.4.12

Δημήτρης Χριστούλας

Ψάχναμε να βρούμε όπλα
ξέραμε
πως όλοι πεθαίνουνε
αλλά υπάρχουνε θάνατοι που βαραίνουνε
γιατί διαλέγουν οι ίδιοι τον τρόπο.
Κι εμείς αποφασίσαμε το θάνατο στο θάνατο

Κατερίνα Γώγου
γιατί αγαπάμε πολύ τη ζωή."

Το αποφεύγω πλέον όπως ο διάολος το λιβάνι  να ενημερώνομαι από τους μεγαλοδημοσιογράφους της τηλεόρασης. Ο ρόλος τους ήταν ανέκαθεν πρόστυχος αλλά τώρα που οξύνονται οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι και εξόφθαλμος. Για να μη βρίζω κάθε δέκα δευτερόλεπτα τα τσιράκια του Αλαφούζου και του Βαρδινογιάννη για τον τρόπο που γαβγίζουν προστατεύοντας τα αφεντικά τους,απέχω του θεάματος.
Αυτό που συνέβη όμως σήμερα δεν γινόταν να με κρατήσει μακριά, όταν με φώναξαν κάποιοι συγγενείς. 77χρονος συνταξιούχος αυτοκτόνησε στο κεντρικότερο σημείο της χώρας, την πλατεία Συντάγματος.

13.2.12

Η αργκό του γηπέδου

Όταν ήμουν μικρότερος συνήθιζα να ακούω στο ραδιόφωνο έναν πολύ "δυνατό" συντελεστή εκπομπής που δε ζει πια. Αυτός συνήθιζε να μιλάει τη γλώσσα της ποδοσφαιρικής πιάτσας, χρησιμοποιούσε ατάκες "πεζοδρομιακές", ας το πούμε έτσι, και είχε την υψηλότερη ακροαματικότητα τότε στη Θεσσαλονίκη. 
Βγήκε κάποτε ένας καθηγητής και του είπε με συγκίνηση: "Κύριε, αυτές τις λέξεις πρέπει να τις πουλάτε..."
Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι ήθελε να πει εκείνος ο ακροατής.
Οι κουβέντες του γηπέδου έχουν μία άγρια ομορφιά. Ανήκουν σε ένα γλωσσικό μικρόκοσμο που δεν αναπαράγεται σχεδόν πουθενά. Ακόμη και οι αθλητικογράφοι, που γνωρίζουν τις κουβέντες του γηπέδου, χρησιμοποιούν τον δικό τους ιδιαίτερο κώδικα και δεν χρησιμοποιούν τις εκφράσεις που είναι στιγματισμένες κατά κάποιο τρόπο ως λαϊκές. Για τους ερευνητές κάθε επιστημονικής απόχρωσης (λαογράφους, φιλολόγους, γλωσσολόγους) ούτε συζήτηση. Μοιραία θα ακούσεις τις εκφράσεις αυτές μόνο στο γήπεδο. Από τέτοιες λέξεις και ατάκες είπα να κάνω σήμερα ένα μικρό κατάλογο...

24.12.11

Καρντάσι, αυτό δε λέγεται ζωή

Σπάνια αναδημοσιεύω εδώ κείμενα από άλλα ιστολόγια. Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη για τις γιορτές, και είχα στο μυαλό μου να γράψω κάτι για την κατάσταση που αντίκρυσα. Ωστόσο, διαβάζοντας το παρακάτω κείμενο στην "Πολυκατοικία μας" , είπα ότι δε θα μπορούσα να γράψω ποτέ κάτι καλύτερο εγώ, ένας εξωτερικός (πλέον) παρατηρητής αυτής της καθημερινότητας. Το παραθέτω λοιπόν αυτούσιο, με την ελπίδα να γίνουν περισσότεροι αυτοί που σκέφτονται όπως ο συγκεκριμένος συγγραφέας:

"Χριστούγεννα, πρωτοχρονιά, μέρες αγάπης, χαράς κτλ. Σώπα ρε χριστιανέ. Αυτό βλέπεις εσύ; Εγώ γιατί βλέπω τελείως διαφορετικά τα πράματα; Να'μαι απαισιόδοξος; Δε νομίζω. Ουτοπιστής και απαισιόδοξος δεν πάνε μαζί. Εγώ γιατί βλέπω όλο και περισσότερο κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια; Στα σκουπίδια της κατανάλωσής μας που μειώθηκαν και αυτά λόγω κρίσης. Εγώ γιατί βλέπω κόσμο που δεν τα βγάζει πέρα; Γιατί βλέπω κόσμο να μετράει τα ψιλά του; Όταν είναι ευχαριστημένος κάποιος που απλά "βγαίνει", που βγάζει δηλαδή τόσα, ώστε να πληρώσει τους λογαριασμούς του, έχουμε περάσει σε άλλο επίπεδο και έχει αλλάξει η έννοια της λέξης "ζωή". Δε λέγεται ζωή αυτό καρντάσι. Και αν εσύ και εγώ έχουμε 2 φράγκα από τους δικούς μας, μην επαναπαύεσαι. Έρχεται και η σειρά μας. Δεν ξέρω αν το κατάλαβες, αλλά αυτό το πράμα είναι κύκλος. Σπάει ένας κρίκος και πάει ο κύκλος. Η λεγόμενη "μεσαία τάξη" μου θυμίζει άτομα που βρίσκονται σε μια πισίνα που γεμίζει με νερό. Άλλοι κοντοί, άλλοι ψηλότεροι, όλοι όμως πιο κοντοί από το βάθος της πισίνας. Άλλοι έχουν ήδη πνιγεί, άλλοι πνίγονται, άλλοι ακόμα παίρνουν αέρα. Το θέμα είναι ότι η πισίνα θα γεμίσει και δε θα μείνει κανένας.
Γιατί στα λέω τώρα αυτά... Γιατί θέλω να στα πω, γιατί με τρώει, γιατί η οργή μου εκδηλώνεται είτε με τη βία, είτε με το γράψιμο ρε καρντάσι μου. Ξαναδιάβαζα προχτές την "Πραγματεία περί εθελοδουλείας"του Λα Μποεσί. Ο τύπος τα έλεγε τόσο απλά. Σου έλεγε: "Αν θες να είσαι δούλος ρε μαλάκα, είναι δική σου επιλογή, αν δε θες είναι πάλι δική σου". Το θέμα είναι ότι ακόμα δεν έχουμε επιλέξει να μην είμαστε. Γιατί είναι θέμα επιλογής, μην κρυβόμαστε. Παλιότερα νόμιζα ότι ο άνθρωπος εξεγείρεται από το κεφάλι. Τώρα βλέπω ότι μάλλον από το στομάχι εξεγείρεται. Και τότε να δεις αίμα.
Μιλούσα με τον πατέρα ενός φίλου πριν μέρες καρντάσι μου. Ξέρεις τι μου είπε και τον κοιτούσα σα μαλάκας; "Εσείς οι νέοι θα έπρεπε να είστε στο δρόμο και να τα γαμήσετε όλα". 
-"Θα'πρεπε", του είπα και γω."

29.5.11

Στις πλατείες της απόγνωσης

Πριν από αρκετό καιρό, μία κοινή διαδικτυακή προσπάθεια είχε θέσει με αφορμή την απεργία της 23ης Φεβρουαρίου, την εξής ερώτηση: "Κι αν μέναμε στο Σύνταγμα";
Δημοσιοποιούσε με παράδειγμα όσα γίνονταν στις αραβικές εξεγέρσεις, την προοπτική μίας διαδήλωσης διαφορετικής από τις άλλες, όπου δεν θα είχαμε ακόμη μία "πολιτική παρέλαση" για να βγάλουμε πανώ και να πούμε συνθήματα, αλλά θα προέκυπτε μία παλλαϊκή απαίτηση για μία πραγματική πολιτική αλλαγή. Εάν δεν ικανοποιούνταν αυτή η απαίτηση δε θα απομακρυνόταν ο κόσμος από το Σύνταγμα και τις υπόλοιπες μεγάλες πλατείες της χώρας. Κι αν στις 23 Φεβρουαρίου η απήχηση αυτής της ιδέας ήταν ισχνή, λίγους μήνες μετά έγινε πραγματικότητα και μάλιστα σε βαθμό που δε θα το φαντάζονταν πολλοί.

24.2.11

Για τη βία στα γήπεδα (και πάλι)

Με αφορμή το πρόσφατο Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός, ανακάλυψαν όλοι -μέχρι την επόμενη φορά- το θέμα της βίας στα γήπεδα. Παιχνίδι που μύριζε απο πριν μπαρούτι, κανονικό γκολ που ακυρώθηκε, συμπλοκές οπαδών-παικτών-παραγόντων-μπράβων. Τίποτε πρωτόγνωρο για το ελληνικό ποδόσφαιρο, δηλαδή.
Έχει μέρες λοιπόν που σχετικοί και άσχετοι τοποθετούνται επί του θέματος, άλλοτε ως κήνσορες και άλλοτε στρουθοκαμηλίζοντες. Πολύ κοκό και από αυγό τίποτε που λέμε στην ποδοσφαιρική.
Το τραγικότερο όλων, όμως, έγινε σήμερα. Μετά τον σάλο που ξέσπασε από όσα έγιναν στο παιχνίδι, ο υφυπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Νικητιάδης κάλεσε τους προέδρους των δύο ομάδων στο γραφείο του. Εάν νομίζετε ότι ο σκοπός των συναντήσεων αυτών ήταν για να επιβάλλει ποινές ή έστω να επιπλήξει, κάνετε λάθος. Ο κύριος Νικητιάδης φέρεται να τους είπε:  «Θέλω τις προτάσεις και τα μέτρα σας ώστε να μην ανοίξει ούτε μύτη μέχρι το τέλος της σεζόν».
Δηλαδή ζήτησε προτάσεις για την λύση του προβλήματος από αυτούς που το δημιούργησαν! 

17.2.11

Νέο συλλογικό ιστολόγιο: "23 Φεβρουαρίου 2011. Κι αν μέναμε στο Σύνταγμα;"

Ο λόγος που άρχισα να γράφω στο διαδίκτυο ήταν η προοπτική συνάντησης προσωπικων σκέψεων, εμμονών, απόψεων
με άλλες. Όχι απαραίτητα με σκοπό την συμφωνία ή την αποδοχή. 
Αλλά η προοπτική μίας -οποιουδήποτε τύπου- αλληλεπίδρασης.
Να είστε σίγουροι, αγαπητοί συνάρρωστοι, ότι εάν δεν είχαμε βρεθεί, εάν δεν είχε γράψει κανείς για τη συμφωνία, τη διαφωνία, τον ενθουσιασμό ή την οργή του για όσα κατατέθηκαν εδώ, δεν υπήρχε περίπτωση να συνεχίσω να γράφω.
Και γι'αυτό χαίρομαι διπλά όταν κόσμος που δημοσιεύει τις σκέψεις του, δημιουργεί συλλογικές προσπάθειες για να επιτευχθεί μία πραγματική πολυφωνία.
Μία τέτοια προσπάθεια είναι το ιστολόγιο "23 Φεβρουαρίου 2011. Κι αν μέναμε στο Σύνταγμα;"
Με αφορμή μία ερώτηση, μία υπόθεση, μία πιθανότητα: Τι θα γινόταν αν με αφορμή τη γενική απεργία στις 23 Φεβρουαρίου, δε φεύγαμε από το Σύνταγμα; 
Να λοιπόν η δική μου απάντηση:

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ