Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.1.17

Η πρωτοχρονιά της Μαρίας Μ.

 (τριαντάχρονης ιδιωτικής υπαλλήλου στη δυτική Αθήνα.)

Βυθιζόταν η ματιά της σε εκείνα τα πλάνα του αμερικανικού σινεμά, που είναι χάραμα και οι οδηγοί πορεύονται κατάμονοι την ώρα που ο ουρανός βγάζει ωραία χρώματα και η μουσική υποβάλλει κουβέντες με νόημα που πρόκειται να ειπωθούν. 
Νόημα που έχει χάσει εδώ και καιρό σε κάθε πτυχή της ζωής της. Η πολιτική είναι πια μία φάρσα, από τον υψηλότερο βαθμό μέχρι τη γειτονιά. Όλα αυτά που κατά καιρούς την γοήτευσαν έχουν λασπωθεί τόσο, που τα προσπερνά με αποστροφή. Κομμένες οι κουβέντες για το πώς θα αλλάξουμε την κοινωνία για να την κάνουμε παράδεισο, τέρμα οι εκκοσμικευμένες θεολογίες της συμφοράς που μας έκαναν να ξεχειλίζουμε από όνειρα και ύστερα να απογοητευόμαστε στην ίδια ένταση. 
Το νόημα είναι ότι δεν υπάρχει νόημα, και η πρόκληση είναι να μάθεις να ζεις με αυτό. 
Δεν υπήρξε ανθρώπινη σχέση που να μην την μάτωσε, και αυτό το έβλεπε πέρα από μεμψιμοιρίες. Όχι ότι εκείνη ήταν σωστή και οι άλλοι σκάρτοι: πιο πολύ σκεφτόταν ότι είμαστε όλοι, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, μικρότεροι από τις ιδέες που σκαρφίζεται το κεφάλι μας, ταγμένοι στο τίποτα και ότι επιλέγουμε, στην μόνη βιωμένη πραγματικότητα που μας εγγυάται κανείς, περισσότερο να δυστυχούμε παρά να ευτυχούμε. (Τουλάχιστον όσοι συνεχίζουμε να ζούμε τις μέρες μας σε αυτόν τον κόσμο και όχι σε κάποιο άλλο, πες τον lifestyle, πες τον τρελόχαπα ή drugs με τις χούφτες, πες τον ψηφιακή ελαφρότητα).
Πλακώνουμε με προσδοκίες τους εαυτούς μας και τους άλλους, χρησιμοποιούμε τρίτους για να ικανοποιήσουμε προσωπικές μας απολαύσεις ή να εκτονώσουμε διάφορα συμπλέγματα.
Σκοτώνουμε έρωτες των άλλων κι αισθανόμαστε ανώτεροι, σκοτώνουμε ανθρώπους στην άλλη άκρη του κόσμου με όπλα που φτιάχνονται σε φιλήσυχες πολιτείες, σκοτώνουμε ανθρώπους στη γειτονιά μας από τη φτώχεια. Όλα μας τα σχήματα παραμένουν πυραμιδικά και εξουσιαστικά, ενώ τα καμουφλάρουμε έντεχνα με ευφημισμούς, μήπως και γίνει ο κωλότοπος που έχουμε φτιάξει ένα πιο φιλόξενο μέρος για να ζει κανείς.
Είναι σαν τους παλιούς κομμουνιστές που έβγαζαν Γενικό Γραμματέα, γιατί είχαν τάχα καταργήσει τους προέδρους, και οι Γ.Γ. κατέληγαν να σφάζουν τη μισή κεντρική επιτροπή. 
Ή σαν κάτι "αναρχικές" συνελεύσεις, που κάθεται κάποιος φαρδύς-πλατύς στο κέντρο και λέει "Μήπως θέλει κανείς άλλος να συντονίσει τη συζήτηση;", φυσικά κανείς δε μιλάει γιατί κανένας άλλος δεν έχει προετοιμαστεί να συντονίσει τη συζήτηση, και στο τέλος σκάει την προπαγάνδα του όπως την έχει προετοιμάσει. Ξέρετε γιατί λειτουργεί ο καπιταλισμός ακόμη; 
Γιατί θέτει ως κινητήριο μοχλό της παγκόσμιας κατάστασης το προσωπικό συμφέρον, που είναι ό,τι πιο απτό μπορεί να βρει κανείς, από τον μαλάκα της γειτονιάς του μέχρι τον πλανητάρχη.
Μπορεί τώρα βέβαια, να αισθάνεται κι αυτή χαλασμένη για όλα αυτά λόγω ενός εντελώς προσωπικού λόγου. Ίσως μάλιστα αυτός ο λόγος να είναι ότι μόλις την παράτησε ο σύντροφός της και τα βλέπει όλα ανώφελα. Αν γυρνούσε ίσως, ή εάν ερωτευόταν άλλον, όλα τα παραπάνω θα τα έβλεπε πολύ πιο χαλαρά. Όλο αυτό επιβεβαίωσε τις προηγούμενες σκέψεις της για τον ωκεανό των προσωπικών συμφερόντων στον οποίον έχουμε βουτήξει ομαδικά.
Τέτοια σκεφτόταν πριν την πρωτοχρονιά ενώ γυρνούσε προς το σπίτι και το κρύο ήταν απόλυτο. Στον κάδο απέναντι, είχαν ξεχειλίσει τα σκουπίδια από τις ετοιμασίες για τα οικογενειακά τραπέζια. Χαρτονένιες κούτες, εντόσθια και στο βάθος κάτι που ακουγόταν μεταξύ αναπνοής και αναστεναγμού. Ένας άνθρωπος ρε γαμώτο. Ένας άνθρωπος στα σκουπίδια.
"Μην ανησυχείς κοπέλα μου" ακούστηκε η φωνή ενός άλλου περαστικού "πρεζόνι θα 'ναι. Μέχρι να πάρεις ασθενοφόρο θα έχει ξεμαστουρώσει και θα έχει φύγει". Από έναν κοινωνικό αυτοματισμό, και χωρίς να συμφωνεί με ούτε μία λέξη από όσα άκουσε, γλίστρησε στις σκάλες σαν σκιά.
Όταν ανέβηκε στο σπίτι, άπλωσε ήσυχα τα ρούχα της και σιγά-σιγά, σαν σε ιεροτελεστία, άρχισαν να ακούγονται τα πυροτεχνήματα από κάθε άκρη της πόλης. 
Όλοι τους, οι αφελείς, οι αδίστακτοι, οι ήρεμοι, οι αναίσθητοι, οι ρομαντικοί, οι αγιογδύτες, οι πόρνες, οι μέτριοι, οι συγκλονιστικοί, εύχονταν "Καλή χρονιά!" με αγκαλιές και φιλιά. Άνθρωποι σαν εμένα κι εσένα. 
"Καλή χρονιά" ψιθύρισε στον εαυτό της και έκλεισε το φως. Τόσο διαφορετικά, τόσο ίδια. 

28.1.16

Για την αφέλεια, για τη γραφή, για το δικαίωμα στην αντίφαση

Μέρα δεύτερη. Τον τυραννούσε ακόμα εκείνο το μεγάλο χωνευτήρι λέξεων στο οποίο θα άλεθε όλη του την ύπαρξη, όλο του το πέρασμα από έναν κόσμο στον οποίο πετάει τις λέξεις όπως τα ρούχα στις διαφορετικές εποχές. Απελευθερωμένος από προηγούμενες λεκτικές επιλογές, αντιφάσκοντας με προηγούμενους εαυτούς, με την ψυχή ενός μικρού παιδιού που έχει ξεχαστεί παίζοντας στην άμμο. 

Η κανονικότητα της πόλης είχε γίνει πια ανυπόφορη και ένιωθε ότι ζει σαν πρωταγωνιστής μίας ταινίας που αναπαράγεται αυτόματα. 

Α, δεν υπάρχει πιο αφελές είδος από τους γραφιάδες. Αυτούς που κλείνονται σε δωμάτια και συλλαμβάνουν σύμπαντα που θα μπορούσαν να υπάρξουν. Κλαίνε πάνω στα φύλλα τους, διορθώνουν, σπαράζουν. Έχουν μεγάλη ιδέα για τα γραπτά τους, πως αλλιώς; Και ύστερα χάνονται, ξεχνιούνται, εξαφανίζονται όπως αυτά τα δέντρα, όπως αυτά τα βουνά, όπως αυτοί οι πλανήτες. Κι όμως, είναι από τα πιο γουστόζικα πράγματα με τα οποία μπορεί να παίξει κανείς.
 
Η βροχή σιγόσκαγε και το ουίσκυ κάπνιζε. Από το παράθυρο φαίνονταν τα πρώτα αμάξια που γλιστρούσαν στο ξημέρωμα, με τους οδηγούς να ονειρεύονται το επόμενο μεροκάματο.

18.1.15

Προσανατολισμοί 11:48

Άπειρες πιθανότητες. Κεφάλι σκυφτό στα πλακάκια συγχρονίζει το βήμα με τις αυλακιές, ενώ το ψιλόβροχο που μόλις έχει ηγεμονεύσει στο σκηνικό κάνει τις σκέψεις να περπατούν λίγο πιο μπροστά.

Όταν είναι μαύρες, ξεκινούν από την ύπαρξη. «Πόσες μέρες μου δόθηκαν άραγε; Τι έχω κάνει με αυτές που έχουν φύγει από τα χέρια μου σαν άμμος; Πόσο χρόνο έχω ζήσει πραγματικά, και για πόσο χρόνο έχω απλώς επιβιώσει;»  Πράγματα που δε συζητάει πλέον με κανένα. Σταδιακά άρχισε να ξενερώνει με τους ζωντανούς. Εμφανίζονταν στο θολό πίσω μέρος της σκέψης του πότε ένας μαινόμενος Μίλερ, πότε ένας γαλήνιος Μίσσιος, λέγοντας:

«Every day we slaughter our finest impulses. That is why we get a heartache when we read those lines written by the hand of a master and recognize them as our own, as the tender shoots which we stifled because we lacked the faith to believe in our own powers, our own criterion of truth and beauty. Every man, when he gets quiet, when he becomes desperately honest with himself, is capable of uttering profound truths. We all derive from the same source. There is no mystery about the origin of things. We are all part of creation, all kings, all poets, all musicians; we have only to open up, only to discover what is already there.»

«Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την...»

Αυτοί είναι πατεράδες που δε γνώρισε ποτέ. Σιγά-σιγά έγιναν κομμάτι του εαυτού του μέσα από κρύες σελίδες και οθόνες. Μια προσωπική μόρφωση ψηφιδωτό κραυγών και ψιθύρων που αντηχούν ακόμη στο υποθετικό τους μέλλον. Με όλη τη δύναμη και την αγωνία τους, δημιουργούν μέσα του ένα φορτίο. Κάποτε ξεχνιέται. Κάποτε μεθάει. Σπανιότερα, γράφει.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ